Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διαλαλώ

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

(AM διαλαλῶ, -έω)
μσν.- νεοελλ.
1. διακηρύσσω, κοινοποιώ μεγαλόφωνα
2. διαδίδω, διατυμπανίζω, διασαλπίζω
3. (για εμπόρευμα κ.λπ.) διαφημίζω κατά τρόπο επίμονο
4. διαδίδω μυστικό, κοινολογώ μυστικό
5. εκποιώ σε δημοπρασία
6. εκθέτω, διαπομπεύω
νεοελλ.
1. (για καμπάνα) σημαίνω για να επακολουθήσει ανακοίνωση από τον διαλαλητή
2. προκηρύσσω
μσν.
αναγορεύω, αναδεικνύω
αρχ.
1. συνομιλώ, συζητώ
2. φλυαρώ
3. παθ. διαλαλοῡμαι
γίνεται πολύς λόγος για μένα.