Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐξακοντίζω

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: ἐξᾰκοντίζω Medium diacritics: ἐξακοντίζω Low diacritics: εξακοντίζω Capitals: ΕΞΑΚΟΝΤΙΖΩ
Transliteration A: exakontízō Transliteration B: exakontizō Transliteration C: eksakontizo Beta Code: e)cakonti/zw

English (LSJ)

   A dart or hurl forth, launch, ἐ. τὰ δόρατα X.HG5.4.40; φάσγανον πρὸς ἧπαρ ἐ. strike it home, E.HF1149: c. dat., ἐ. τοῖς δόρασι, τοῖς παλτοῖς, X.HG4.6.11, An.5.4.25; ἐ. ἐπί τινα Plu.Art.9; κατὰ συός D.S.9Fr.29; -ίζεται τὸ αἷμα Gal.4.708.    b intr., dart away, [ὁ κάραβος] μακρὰν -ίζει Arist.HA590b29.    2 metaph., freq. in E., ἐ. κῶλον τῆσδε γῆς, i.e. flee precipitately, Ba.665; ἐ. χεῖρας γενείου γονάτων τε dart out the hands towards his chin and knees [in supplication], IT362; τοὺς Οδυσσέως πόνους ἐ. shoot forth, i.e. proclaim loudly, Tr.444 (troch.); ταῦτα πρὸς τὰ σά Supp.456; so γλώσσῃ ματαίους ἐ. λόγους Men.1091; τοσαύτην ἐ. πνοήν Antiph. 217.7.

German (Pape)

[Seite 865] (einen Wurfspieß heraus) schleudern, τὰ δόρατα, Xen. Hell. 5, 4, 40; δοράτια D. Cass. 47, 43; absolut, ἐπί τινα, Plut. Artax. 9; auch τοῖς δόρασιν, mit den Speeren schleudern, Xen. An. 5, 4, 25 Hell. 4, 6, 11. Auch φάσγανον πρὸς ἧπαρ, hineinstoßen, Eur. Herc. Fur. 1149; ὅσας – χεῖρας ἐξηκόντισα, hastig ausstrecken, I. T. 362; αἳ τῆσδε γῆς – κῶλον ἐξηκόντισαν Bacch. 665, d. i. schnell entfliehen aus diesem Lande; übertr., τί τοὺς Ὀδυσσέως ἐξακοντίζω πόνους Tr. 444, drohend verkünden; πρός τι, darauf erwidern, Suppl. 456; ὅταν γλώσσῃ ματαίους ἐξακοντίζῃ λόγους Men. Stob. fl. 36, 12; komisch πνοήν, vom Dampfe beim Kochen, Antiphan. bei Ath. XIV, 624 a.

Greek (Liddell-Scott)

ἐξᾰκοντίζω: μέλλ. Ἀττ. -ιῶ, ῥίπτω μεθ’ ὁρμῆς, ἐξακοντίζειν τὰ δόρατα Ξεν. Ἑλλην. 5. 4, 40· ― ἐμπήγνυμί τι μεθ’ ὁρμῆς, φάσγανον πρὸς ἧπαρ ἐξακοντίσας Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 1149· ὡσαύτως μετὰ δοτ. ὀργ., ἐξ. τοῖς δόρασι, τοῖς παλτοῖς Ξεν. Ἑλλην. 4. 6, 11, Ἀν. 5. 4, 25· ἀπολ., ὁ καρκίνος... ὅταν φοβηθῇ, φεύγει ἀνάπαλιν καὶ μακρὰν ἐξακοντίζειν (δηλ. ἑαυτὸν) Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 8. 2, 21· ταῦτ’ εἰπὼν (ὁ Ἀρταγέρσης) ἐξηκόντισεν ἐπ’ αὐτὸν (τὸν Κῦρον) Πλουτ. Ἀρτοξ. 9· κατά τινος Διοδ. Ἀποσπ. 553. 2) μεταφ., συχω. παρ’ Εὐρ., βάκχας... αἳ τῆσδε γῆς οἴστροισι λευκὸν κῶλον ἐξηκόντισαν, ἐξ οἴστρου παρορμώμεναι ἐξηκόντισαν τοὺς λευκοὺς αὑτῶν πόδας μακρὰν ταύτης τῆς γῆς, δηλ. ἀπῆλθον δρομαίως ἐντεῦθεν εἰς τὰ ὄρη, ὁ αὐτ. Βάκχ. 665· κακῶν γὰρ τῶν τότ’ οὐκ ἀμνημονῶ, ὅσας γενείου χεῖρας ἐξηκόντισα, ποσάκις ἐξέτεινα σπασμωδικῶς πρὸς τὸ γένειον (τοῦ τεκόντος με) τὰς χεῖράς μου, ἱκετεύων αὐτόν, ὁ αὐτ. Ι. Τ. 362· ἀλλὰ τί τοὺς Ὀδυσσέως ἐξακοντίζω πόνους, διακηρύττω μεγαλοφώνως, διαλαλῶ, ὁ αὐτ. Τρῳ. 444· ταῦτα πρὸς τάδε Ἱκέτ. 456· οὕτω, γλώσσῃ ματαίους ἐξ. λόγους Μένανδρ. ἐν Ἀδήλ. 87· τοσαύτην ἐξακοντίζειν πνοὴν Ἀντιφάν. ἐν «Φιλοθηβαίῳ» 1. 7.

French (Bailly abrégé)

1 lancer un trait;
2 p. ext. lancer : δόρατα XÉN des javelots ; avec le dat. δόρασιν XÉN, παλτοῖς XÉN frapper avec des javelots;
3 p. ext. mouvoir vivement : ἐξ. χεῖρας γενείου EUR approcher vivement ses mains du menton de qqn en parl. d’un suppliant.
Étymologie: ἐξ, ἀκοντίζω.

Spanish (DGE)

(ἐξᾰκοντίζω) 1 lanzar, arrojar, disparar c. ac. del arma τὰ δόρατα X.HG 5.4.40, 52, φάσγανον πρὸς ἧπαρ ἐξακοντίσας E.HF 1149, βέλη D.S.14.27, cf. D.H.5.46, Arr.Tact.37.1, en v. pas. ὅσα ἀπὸ μηχανῶν βέλη ἐξακοντίζεται Arr.An.1.6.8, cf. 22.2
en v. med. mismo sent. Chrys.M.59.239
abs. disparar, lanzar un arma ἐκέλευσε ... τοὺς ἐξακοντίσαντας ... συγκαθίσαι τάχιστα App.Gall.1.3, c. dat. instrum. del arma οἱ ὁπλῖται ... τοῖς δόρασιν ἐξακοντίζοντες X.HG 4.6.11, ἐξηκόντιζον τοῖς παλτοῖς X.An.5.4.25, c. giro prep. de direcc. ἐξηκόντισεν ἐπ' αὐτόν Plu.Art.9, κατὰ συός D.S.9.29.
2 fig. lanzar como dardos, blandir, de donde dirigir hacia delante partes del cuerpo γενείου χεῖρας ἐξηκόντισα γονάτων τε τοῦ τεκόντος eché mis brazos a las barbas y rodillas de mi padre en señal de súplica, E.IT 362, αἳ ... τῆσδε γῆς οἴστροισι λευκὸν κῶλον ἐξηκόντισαν las cuales salieron disparadas con su blanco pie de esta tierra a causa de la locura E.Ba.665, cf. Ael.NA 12.12, τὰ κέρατα ... μακρὰν ἐξακοντίζει lanza sus antenas a distancia un crustáceo, Arist.HA 590b29
de la palabra lanzar, enumerar τί τοὺς Ὀδυσσέως ἐξακοντίζω πόνους; E.Tr.444, cf. Supp.456, ὅταν τις ... γλώσσῃ ματαίους ἐξακοντίσῃ λόγους Trag.Adesp.529
echar, expulsar de fluidos (φλέβες) ἐξακοντίζουσιν αἷμα las venas echan sangre Hp.Haem.1, cf. 2, Gal.4.567, ποταμοὶ ... ἐξακοντίζουσι τὸ ὕδωρ εἰς τὴν θάλατταν Str.11.7.5, τοσαύτην ἐξακοντίζει πνοήν Antiph.216.7, en v. pas. ἐξακοντίζεται τὸ αἷμα sale disparado el chorro de sangre Gal.4.708, τὸ σπέρμα Gal.4.221, τὸ οὖρον Gal.2.37, cf. Dsc.3.82.1, Orib.50.3.2, μήπου ῥανὶς βορβόρου ἐξακοντισθεῖσα λυμήνηται τοῦ ἱματίου τὸ κάλλος Chrys.Catech.Illum.6.23
proyectar, lanzar αὐτὸν ἐξακοντίζει πρὸς τὸν μέλλοντα αἰῶνα Chrys.M.61.444, en v. pas. μακρὰν τῆς ἀληθείας ἐξακοντισθέντες siendo proyectados lejos de la verdad Eus.M.23.225C.

Greek Monolingual

(AM ἐξακοντίζω) ακοντίζω
1. ρίχνω με ορμή, εκσφενδονίζω («ὁ ἥλιος ἐξακοντίζει τὶς ἀχτίδες του»)
2. (για λόγια) απευθύνω με παρρησία ή με αναίδεια («εξακόντισε βαριά κατηγορία»)
αρχ.
1. χτυπώ από απόσταση
2. ρίχνω ακόντιο
3. φεύγω γρήγορα, με ταχύτητα ακοντίου
4. τεντώνω ζωηρά («γενείου χείρας ἐξηκόντισα», Ευρ.)
5. εξαπολύω, αναδίδω
6. διακηρύσσω, διαλαλώ («ἀλλὰ τὶ τοὺς Ὀδυσσέως ἐξακοντίζω πόνους», Ευρ.).

Greek Monotonic

ἐξᾰκοντίζω: μέλ. Αττ. -ιῶ,
1. εκτοξεύω ή εκσφενδονίζω, εξαπολύω με ορμή, σε Ξεν.· φάσγανον πρὸς ἧπαρ ἐξ., βρίσκω το νευραλγικό σημείο, σε Ευρ.
2. μεταφ., ἐξ. κῶλον τῆς γῆς, δηλ. το έβαλαν στα πόδια βιαστικά, στον ιδ.· τοὺς πόνους ἐξ., διακηρύσσω δυνατά, διαλαλώ, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ἐξᾰκοντίζω:
1) (тж. ἐ. τὰ δόρατα и τοῖς δόρασι Xen., τοὺς ὑσσούς Plut.) метать дротики или копья (ἐπί τινα Plut. и κατά τινος Diod.);
2) вонзать (φάσγανον πρὸς ἦπαρ Eur.);
3) стремительно вскидывать: γενείου χεῖρας ἐξακοντίσαι Eur. касаться руками (чьего-л.) подбородка (в знак мольбы): ἐ. κῶλον τῆς γῆς Eur. поспешно покидать страну;
4) повествовать, рассказывать, говорить, возвещать (τοὺς Ὀδυσσέως πόνους Eur.; ματαίους λόγους Men.): ἐξακοντίσαι τι πρός τι Eur. возразить чем-л. на что-л.

Middle Liddell

fut. attic ιῶ
1. to dart or hurl forth, Xen.; φάσγανον πρὸς ἧπαρ ἐξ. to strike it home, Eur.
2. metaph., ἐξ. κῶλον τῆς γῆς i. e. to flee precipitately, Eur.; τοὺς πόνους ἐξ. to proclaim loudly, Eur.