Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επανορθώνω

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

(AM ἐπανορθῶ, -όω) ορθώνω
1. ανορθώνω κάτι που έπεσε, στήνω όρθιο, ξαναστήνω, επανιδρύω («τὰ ἱερά ἐπανορθώσας», πάπ.)
2. επαναφέρω στην προηγούμενη καλή κατάσταση («τὴν μεγάλην δύναμιν τῆς πόλεως... ἐπανορθώσαντες», Θουκ.)
3. μτφ. διορθώνω κάποια ανακρίβεια ή ένα σφάλμα, τροποποιώ, αναθεωρώ («χρὴ φυλάττειν καὶ ἐπανορθοῡν νόμους», Πλάτ.)
4. δίνω χρηματική ή άλλου είδους αποζημίωση για προσβολή ή ζημιά που προκάλεσα σε κάποιον
μσν.
εξαγνίζω
αρχ.
1. ικανοποιώ («ἐπανορθοῡν χρείας», Ιουστ.)
2. τιμωρώ, σωφρονίζω κάποιον.