Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επισφαλής

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

-ές (Α ἐπισφαλής)
1. αυτός που κινδυνεύει να πέσει, που υπόκειται σε πτώση, αβέβαιος, ασταθής (α. «η θέση της κυβέρνησης είναι επισφαλής» β. «τὰ μεγάλα πάντ’ ἐπισφαλῆ», Πλάτ.)
2. (για κτίσματα) σαθρός, ετοιμόρροπος
αρχ.
1. αυτός που ενέχει κινδύνους, ο επικίνδυνος («ἰσχυρῷ καὶ ἐπισφαλεῑ νοσήματι», Ιπποκρ.)
2. αυτός που δεν είναι εξασφαλισμένος από επίθεση
3. (για τόπο) ο μειονεκτικός από άποψη ασφάλειας, αυτός που η θέση του είναι επικίνδυνη
4. «ἐπισφαλής εἰμι εἴς τι» — υπόκειμαι σε κάτι, κυρίως για κακό.
επίρρ...
επισφαλώς
με τρόπο επισφαλή, επικίνδυνα, αβέβαια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + -σφαλής από θ. σφαλ- (έ-σφαλ-ον < σφάλλω)
πρβλ. α-σφαλής δομο-σφαλής].