Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ευγνωμονώ

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.

Greek Monolingual

(ΑΜ εὐγνωμονῶ, -έω) ευγνώμων
νεοελλ.-μσν.
αναγνωρίζω χάρη ή ευεργεσία που έγινε σε μένα («θα σέ ευγνωμονώ πάντα γι' αυτή την εξυπηρέτηση»)
αρχ.
1. επιδεικνύω διαλλακτική διάθεση, φέρομαι με επιείκεια («τοὺς ἀδικοῦντας πείθοντες εὐγνωμονεῖν», Πλούτ.)
2. αμείβω, ανταμείβω («εὐγνωμονεῖν τοὺς ἱερέας», Λιβάν.)
3. φρ. «εὐγνωμονῶ τὴν ἀντίδοσιν» — ανταποδίδω τη χάρη, χαρίζω κάτι σε ένδειξη ευγνωμοσύνης.