Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ζευγάριον

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ζευγάριον Medium diacritics: ζευγάριον Low diacritics: ζευγάριον Capitals: ΖΕΥΓΑΡΙΟΝ
Transliteration A: zeugárion Transliteration B: zeugarion Transliteration C: zevgarion Beta Code: zeuga/rion

English (LSJ)

[ᾰ], τό, Dim.of ζεῦγος,

   A a puny pair or team, esp. of oxen, Ar.Av.582; ζ. βοεικόν Id.Fr.109; βοοῖν ib.387, cf. PCair.Zen.251.7 (iii B.C.).

German (Pape)

[Seite 1137] τό, dim. von ζεῦγος, kleines, schlechtes Gespann, Ar. Av. 583 u. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ζευγάριον: ᾰ, τὸ, ὑποκορ. τοῦ ζεῦγος, μικρὸν ζεῦγος, ἰδίως ἐπὶ βοῶν (ἀροτήρων), Ἀριστοφ. Ὄρν. 582· ζ. βοεικὸν ὁ αὐτὸς Ἀποσπ. 163· βοοῖν αὐτόθι 344.

French (Bailly abrégé)

ου (τό) :
mauvais petit attelage, mauvaise paire de bœufs.
Étymologie: ζεῦγος.

Greek Monotonic

ζευγάριον: [ᾰ], τό, υποκορ. του ζεῦγος, μικρό ζεύγος (λέγεται για ζεύγος νεαρών βοδιών που ζεύονται στο αλέτρι), σε Αριστοφ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

ζευγάριον -ου, τό [ζεῦγος] klein wagenspan. Aristoph. Av. 582.

Russian (Dvoretsky)

ζευγάριον: (ᾰ) τό жалкая запряжка, пара тщедушных волов Arph.

Middle Liddell

ζευγά˘ριον, ου, τό,
Dim. of ζεῦγος, a puny team, Ar.