Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ζυγηφόρος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ζῠγηφόρος Medium diacritics: ζυγηφόρος Low diacritics: ζυγηφόρος Capitals: ΖΥΓΗΦΟΡΟΣ
Transliteration A: zygēphóros Transliteration B: zygēphoros Transliteration C: zygiforos Beta Code: zughfo/ros

English (LSJ)

ον, poet. for ζυγοφόρος (q.v.), A.Fr.326, E.Rh.303.

German (Pape)

[Seite 1140] ein Ioch tragend, ἵπποι Eur. Hipp. 1083, αὐχὴν πώλων Rhes. 303. S. auch ζυγοφ.

Greek (Liddell-Scott)

ζῠγηφόρος: -ον, ποιητ. ἀντὶ ζυγοφόρος, ὃ ἴδε.

Greek Monolingual

ζυγηφόρος, -ον (Α)
ποιητ. αντί ζυγοφόρος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. ζυγηφόρος (πρβλ. λαμπαδηφόρος, ασπιδηφόρος) αντί ζυγοφόρος για μετρικούς λόγους].

Greek Monotonic

ζῠγηφόρος: -ον, ποιητ. αντί ζυγοφόρος, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

ζῠγηφόρος: несущий ярмо (πῶλοι Aesch.; αὐχὴν πώλων Eur.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

ζυγηφόρος -ον [ζυγός, φέρω] jukdragend.

Middle Liddell

ζῠγη-φόρος, ον poet. for ζυγοφόρος, Eur.]