Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θεοείκελος

Τοῦ ὅλου οὖν τῇ ἐπιθυμίᾳ καὶ διώξει ἔρως ὄνομα -> Love is the name for our pursuit of wholeness, for our desire to be complete
Plato, Symposium, 192e10
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: θεοείκελος Medium diacritics: θεοείκελος Low diacritics: θεοείκελος Capitals: ΘΕΟΕΙΚΕΛΟΣ
Transliteration A: theoeíkelos Transliteration B: theoeikelos Transliteration C: theoeikelos Beta Code: qeoei/kelos

English (LSJ)

ον, A godlike, of Achilles, Il.1.131, al.; of Telemachus, Od.3.416; of Hector and Andromache, Sapph.Supp.20c.6: in Prose, Pl.R.501b, Them.Or.6.79a.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1195] = Vorigem; Achilles, ll. 1, 131, Telemach, Od. 3, 416; Sp.

Greek (Liddell-Scott)

θεοείκελος: -ον, ὅμοιος θεῷ, Ὅμ., ὅστις ἔχει τὴν λέξιν ὡς συνώνυμον τῷ θεοειδής, ἐπὶ τοῦ Ἀχιλλέως, Ἰλ. Α. 131 κ. ἀλλ.· ἐπὶ τοῦ Τηλεμάχου, Ὀδ. Γ. 416.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
c. θεοειδής.

English (Autenrieth)

(ϝείκελος): like the gods, god-like, of persons.

Greek Monolingual

θεοείκελος, -ον (AM)
αυτός που μοιάζει στην όψη με θεό («θεοείκελ' Ἀχιλλεῡ «, Ομ. Ιλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < θεο- + είκελος «παρόμοιος»].

Greek Monotonic

θεοείκελος: -ον, όμοιος με θεό, σε Όμηρ.

Russian (Dvoretsky)

θεοείκελος: Hom. = θεοειδής.

Middle Liddell

θεο-είκελος, ον
godlike, Hom.