Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καθαρότης

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: κᾰθᾰρότης Medium diacritics: καθαρότης Low diacritics: καθαρότης Capitals: ΚΑΘΑΡΟΤΗΣ
Transliteration A: katharótēs Transliteration B: katharotēs Transliteration C: katharotis Beta Code: kaqaro/ths

English (LSJ)

ητος, ἡ, A purity of αἰθήρ as compared with ἀήρ, Pl.Phd.111b: metaph., [ἡ σοφία] χωρεῖ διὰ πάντων διὰ τὴν κ. LXX Wi.7.24; ἡ τῶν εἰδῶν κ. Dam.Pr.308; ἄμικτος καὶ ἀσύγχυτος κ. ibid. 2 cleanliness, of a town, Pl.Lg.778c. 3 clearness, ὀφθαλμῶν Hp.Coac.213. 4 moral purity, ψυχῆς Aristeas 234. 5 honesty, ἡ περὶ τὰ χρήματα κ. Plb.31.25.9; ἐπιείκεια καὶ κ. POxy.67.6 (iv A.D.); πίστις καὶ κ. Michel 545.18 (Phrygia, ii B.C.). 6 purity, lucidity, of literary style, Sch.Hermog.in Rh.7.81W. 7 as a title, Rectitude, Holiness, POxy.2110.16 (iv A.D.).

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1282] ητος, ἡ, die Reinheit, Unbeflecktheit; ὀφθαλμῶν Hippocr.; übertr., Plat. Phaed. 111 b; καὶ εὐερκία Legg. VI, 778 c; ἡ περὶ τὰ χρήματα, Unbestechlichkeit, Unbescholtenheit, Pol. 32, 11, 9; Plut.

Greek (Liddell-Scott)

κᾰθᾰρότης: -ητος, ἡ, ἁγνότης, τὸ ἀμόλυντον, τὸ ἀκηλίδωτον, ἐπὶ ἠθικῆς ἐννοίας, Πλάτ. Φαίδρ. 111Β, Νόμ. 778C· ἡ περὶ τὰ χρήματα καθ., ἡ τιμιότης, Πολύβ. 32. 11, 9· - ὡς τίτλος, ἡ σὴ καθαρότης Εὐσέβ. ἐν Βίῳ Κωνστ. 3. 61. II. διαύγεια, ἡ καθαρότης ὀφθαλμῶν, ἐν ἀντιθ. πρὸς τὸ ἀχλυῶδες, Ἱππ. 152G.

French (Bailly abrégé)

ητος (ἡ) :
pureté ; pureté morale.
Étymologie: καθαρός.

English (Strong)

from καθαρός; cleanness (ceremonially): purification.

English (Thayer)

καθαροτητος, ἡ (καθαρός), cleanness, purity; in a levitical sense, τίνος, Xenophon, mem. 2,1, 22; Plato, others.)

Greek Monotonic

κᾰθᾰρότης: ἡ, αγνότητα, καθαριότητα, με ηθική σημασία, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

κᾰθᾰρότης: ητος ἡ
1) чистота, опрятность (τῆς σαρκός NT): καθαρότητος χάριν Plat. из соображений чистоты, ради чистоты;
2) чистота, ясность (ὄψεως καὶ ἀκοῆς καὶ φρονήσεως Plat.);
3) (нравственная) чистота, безупречность: κ. περὶ τὰ χρήματα Polyb. бескорыстие, неподкупность.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

καθαρότης -ητος, ἡ [καθαρός] netheid:; καθαρότητος χάριν omwille van de netheid (van de stad) Plat. Lg. 778c; zuiverheid:; ἀφέστηκεν... αἰθὴρ ἀέρος πρὸς καθαρότητα de ether overtreft de lucht in zuiverheid Plat. Phaed. 111b; overdr.: ἡ τῆς σαρκὸς κ. de reinheid van het vlees NT Hebr. 9.13.

Middle Liddell

κᾰθᾰρότης, ητος, [from κᾰθᾰρός]
cleanness, purity, in moral sense, Plat.

Chinese

原文音譯:kaqarÒthj 卡他羅帖士
詞類次數:名詞(1)
原文字根:向下 舉起
字義溯源:潔淨,洗淨;源自(καθαρός)*=潔淨的)
出現次數:總共(1);來(1)
譯字彙編
1) 潔淨(1) 來9:13

English (Woodhouse)

καθαρότης = purity

⇢ Look up "καθαρότης" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)