Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καταπείθω

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: καταπείθω Medium diacritics: καταπείθω Low diacritics: καταπείθω Capitals: ΚΑΤΑΠΕΙΘΩ
Transliteration A: katapeíthō Transliteration B: katapeithō Transliteration C: katapeitho Beta Code: katapei/qw

English (LSJ)

   A persuade, LXX 2 Ki.17.16, Luc.Charid.16:—Pass., Sch.Ar.Pl.507.

German (Pape)

[Seite 1368] überreden, überzeugen, Luc. Charid. 16.

Greek (Liddell-Scott)

καταπείθω: μέλλ. -πείσω, ἐντελῶς πείθω, Λουκ. Χαρίδ. 16, Γραμμ., καὶ «καταπέποιθα· κατατεθάρρηκα» Ἡσύχ.

French (Bailly abrégé)

persuader, déterminer.
Étymologie: κατά, πείθω.

Greek Monolingual

(AM καταπείθω)
(επιτ. τ. του πείθω)
1. πείθω κάποιον πλήρως
2. μέσ. καταπείθομαι
πείθομαι, πιστεύω σε κάποιον.

Greek Monotonic

καταπείθω: μέλ. -πείσω, πείθω εντελώς, σε Λουκ.

Russian (Dvoretsky)

καταπείθω: убеждать, увещевать Luc.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κατα-πείθω overtuigen.

Middle Liddell

fut. -πείσω
to persuade, Luc.