Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κόρα

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

English (Slater)

κόρα, κούρα (κόρα, -ᾳ, -αν; -οι, -ᾶν, -αισι: κούρα, -ας, -ᾳ, -αν; -αις.)
   a daughter esp. unmarried daughter. εὐθρόνοις Κάδμοιο κούραις (O. 2.23) “Κενταύρου με κοῦραι θρέψαν ἁγναί” (P. 4.103) μετὰ κόραισι Νηρῆος ἁλίαις (O. 2.29) ἀρχᾶθεν Ἰαπετιονίδος φύτλας κοῦροι κορᾶν (O. 9.56) κόραι Πιερίδες Διός (O. 10.96) “φαμὶ γὰρ — Ἐπάφοιο κόραν ἀστέων ῥίζαν φυτεύσεσθαι” Libya (P. 4.14) ἁρμόζοισα θεῷ τε γάμον μιχθέντα κούρᾳ θ' ψέος εὐρυβία Cyrene (P. 9.13) Ἀνταίου μέτα καλλίκομον μναστῆρες ἀγακλέα κούραν (P. 9.106) Λίβυς, ἁρμόζων κόρᾳ νυμφίον ἄνδρα (P. 9.117) Κάδμου κόραι (P. 11.1) Δαρδανίδα κόραν Πριάμου Κασσάνδραν (P. 11.19) Δαναοῦ πόλιν ἀγλαοθρόνων τε πεντήκοντα κορᾶν (N. 10.1) βαθύζωνοι κόραι χρυσοπέπλου Μναμοσύνας Muses (I. 6.74) [[[κού]][ρα] (supp. Reitzenstein i. e. Zeuxippe: κοῦ[ρος] Snell) fr. 51b.] Λατοίδαν θαμινὰ Δελφῶν κόραι μελπόμεναι (Pae. 6.16) Μναμοσύνᾳ κόραισί τ Muses Πα. 7B. 16. κόρα μιγεῖσ' ὠκεανοῦ Μελία (Pae. 9.43) Δωρίδος [πε]ντήκο[ντα κο]ύραις (supp. Lobel: i. e. Nereids) Θρ. 4. 5.
   b unmarried girl ἐπεὶ τείχει θέσαν ἐν ξυλίνῳ σύγγονοι κούραν Koronis, pregnant by Apollo (P. 3.39) Ματρί, τὰν κοῦραι παρ' ἐμὸν πρόθυρον σὺν Πανὶ μέλπονται (P. 3.78) “κούρας δ' ὁπόθεν γενεὰν ἐξερωτᾷς” (P. 9.43) μάντιν τ' ὄλεσσε κόραν Kassandra (P. 11.33) φορβάδων κορᾶν ἀγέλαν ἑκατόγγυιον the temple prostitutes of Aphrodite at Korinth fr. 122. 19. esp. of Pallas Athene, πατρί τε κόρᾳ τ' ἐγχειβρόμῳ (O. 7.43) κούρα Παλλὰς (O. 13.65) Ἥρας πόσιν τε πειθέμεν κόραν τε γλαυκώπιδα (N. 7.96)

Greek Monolingual

(I)
κόρα, ἡ (Α)
(δωρ. και αιολ. τ.) βλ. κόρη.
(II)
η
1. η σκληρή επιφάνεια του ψημένου ψωμιού
2. γενικά, η επιφάνεια μιας μαλακής ύλης η οποία σκληρύνθηκε, ο επίπαγος, η πέτσα, η κρούστα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σλαβ. kora με αναβιβασμό του τόνου κατά το ψίχα].

Russian (Dvoretsky)

κόρα: ἡ Trag. = κόρη.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κόρα en Κόρα, ἡ zie κόρη en Κόρη.