Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κυανοπρῴρειος

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: κῠᾰνοπρῴρειος Medium diacritics: κυανοπρῴρειος Low diacritics: κυανοπρώρειος Capitals: ΚΥΑΝΟΠΡΩΡΕΙΟΣ
Transliteration A: kyanoprṓireios Transliteration B: kyanoprōreios Transliteration C: kyanoproreios Beta Code: kuanoprw/|reios

English (LSJ)

ον, = sq., Od.3.299:

Greek (Liddell-Scott)

κυᾰνοπρῴρειος: -ον, = τῷ ἑπομ., Ὀδ. Γ. 299· θηλ. κυανοπρώειρα, Σιμων. ἐν Ἐτυμ. Μεγ. 692. 25.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
à la proue sombre.
Étymologie: κύανος, πρῷρα.

Greek Monotonic

κυᾰνοπρῴρειος: -ον, = το επόμ., σε Ομήρ. Οδ.

Russian (Dvoretsky)

κῠᾰνοπρῴρειος: Hom. = κυανόπρῳρος.

Middle Liddell

κυᾰνο-πρῴρειος, ον = κυᾰνόπρῳρος, Od.]