Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κυανόπεπλος

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Full diacritics: κῠᾰνόπεπλος Medium diacritics: κυανόπεπλος Low diacritics: κυανόπεπλος Capitals: ΚΥΑΝΟΠΕΠΛΟΣ
Transliteration A: kyanópeplos Transliteration B: kyanopeplos Transliteration C: kyanopeplos Beta Code: kuano/peplos

English (LSJ)

ον,

   A dark-veiled, of Demeter mourning for her daughter, h.Cer.319, 360, 374; of Leto, Hes.Th.406. [ῡ, metri gr.].

German (Pape)

[Seite 1521] mit dunklem, schwarzem Gewande; von der um die geraubte Tochter trauernden Demeter, H. h. Cer. 320 u. öfter; Leto, Hes. Th. 406.

Greek (Liddell-Scott)

κυᾰνόπεπλος: -ον, ἐπὶ τῆς Δήμητρος πενθούσης διὰ τὴν θυγατέρα της, ἡ ἔχουσα μέλανα πέπλον, Ὁμ. Ὕμν. εἰς Δήμ. 320, 361, 375· ἐπὶ τῆς Λητοῦς, Ἡσ. Θ. 406. ῡ, χάριν τοῦ μέτρου.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
au voile sombre ou noir.
Étymologie: κύανος, πέπλος.

Greek Monolingual

κυανόπεπλος, -ον (Α)
(για τη Δήμητρα ή για τη Λητώ) αυτή που φορά μαύρο πέπλο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κύανος + πέπλος (πρβλ. κροκό-πεπλος, ροδό-πεπλος)].

Greek Monotonic

κυᾰνόπεπλος: -ον, αυτός που έχει μελανόχρωμο, σκουρόχρωμο μανδύα ή πέπλο, σε Ομηρ. Ύμν. (, χάριν μέτρου).

Russian (Dvoretsky)

κῡᾰνόπεπλος: в темном одеянии, одетый в траур (Δημήτηρ HH; Λητώ Hes.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κυανόπεπλος -ον [κύανος, πέπλος] met donkere peplos.

Middle Liddell

κυᾰνό-πεπλος, ον
dark-veiled, Hhymn. [ῡ, metri grat.]