Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λυτήρ

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225
Full diacritics: λυτήρ Medium diacritics: λυτήρ Low diacritics: λυτήρ Capitals: ΛΥΤΗΡ
Transliteration A: lytḗr Transliteration B: lytēr Transliteration C: lytir Beta Code: luth/r

English (LSJ)

ῆρος, ὁ, (λύω)

   A one who looses, deliverer, πόνων E.El.136 (lyr.); πόρον… γάμου λυτῆρα (as Pauw for καὶ λυτήρια) A.Supp.807 (lyr.).    II arbitrator, decider, νεικέων Id.Th.940 (lyr.).

Greek (Liddell-Scott)

λῠτήρ: -ῆρος, ὁ, (λύω) ὁ λύων, ὁ ἀπαλλάττων, πόνων Εὐρ. Ἠλ. 136· πόρον... γάμου λυτῆρα (κατὰ τὸν Schütz ἀντὶ καὶ λυτήρια) Αἰσχύλ. Ἱκέτ. 807· ὁ Λυτρωτής, Νόνν. Εὐαγγ. κ. Ἰω. 17. 21. ΙΙ. διαιτητής, ἐκφέρων ἀπόφασιν, νεικέων Αἰσχύλ. Θήβ. 941.

French (Bailly abrégé)

ῆρος (ὁ) :
qui résout, qui décide, arbitre.
Étymologie: λύω.

Greek Monolingual

λυτήρ, -ῆρος, ὁ, θηλ. λύτειρα (Α)
1. λυτρωτής («τῶνδε πόνων ἐμοι τὰ μελέα λυτήρ», Ευρ.)
2. διαιτητής, κριτής («πικρὸς λυτὴρ νεικέων», Αισχύλ.)
3. καταστροφέας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. λύ- του λύω + επίθημα -τήρ (πρβλ. κλη-τήρ, τιμη-τήρ)].

Greek Monotonic

λῠτήρ: -ῆρος, ὁ (λύω
I. κάποιος που απαλλάσσει, λυτρωτής, σωτήρας, απελευθερωτής, σε Ευρ.
II. διαιτητής, αυτός που εκφέρει απόφαση, κριτής, νεικέων, σε Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

λῠτήρ: ῆρος ὁ
1) освободитель, избавитель (πόνων Eur.);
2) умиротворитель, судья (νεικέων Aesch.).

Middle Liddell

λῠτήρ, ῆρος, [λύω]
I. one who looses, a deliverer, Eur.
II. an arbitrator, decider, νεικέων Aesch.