Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νεωστί

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: νεωστί Medium diacritics: νεωστί Low diacritics: νεωστί Capitals: ΝΕΩΣΤΙ
Transliteration A: neōstí Transliteration B: neōsti Transliteration C: neosti Beta Code: newsti/

English (LSJ)

Adv. of νέος, for νέως,

   A lately, just now, Hdt.1.196, 2.15,49, al., S.El.1049, Th.4.108, Pl.Grg.503c, Antiph.58.4, etc.

Greek (Liddell-Scott)

νεωστί: Ἐπίρρ. τοῦ νέος, ἀντὶ τοῦ νέως, ὡς μεγαλωστὶ ἀντὶ τοῦ μεγάλως, πρὸ μικροῦ, Ἡρόδ. 1. 196., 2. 15, 49. κ. ἀλλ., Σοφ. Ἠλ. 1049, Θουκ. 4. 108. ― Ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σελ. 284.

French (Bailly abrégé)

adv.
nouvellement, récemment.
Étymologie: νέος.

Greek Monolingual

(ΑΜ νεωστί)
επίρρ. πριν από λίγο, πρόσφατα («καὶ Περικλέα τουτονὶ τὸν νεωστὶ τετελευτηκότα», Πλάτ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < νέως, αμάρτυρο επίρρ. του νέος + επιρρμ. κατάλ. -τι (πρβλ. ιερωσ-τί, ταχεωσ-τί)].

Greek Monotonic

νεωστί: επίρρ. του νέος αντί νέως, όπως μεγαλωστί αντί μεγάλως,- πρόσφατα, μόλις τώρα, προ ολίγου, σε Ηρόδ., Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

νεωστί: (ῐ) adv. недавно, только что (πάλαι κοὐ ν. Soph.; ὁ ν. τετελευτηκώς Plat.): ὁ ν. δεσπότης Eur. новый хозяин.

Middle Liddell

[adverb of νέος, for νέως, as μεγαλωστί for μεγάλως
lately, just now, Hdt., Soph.