Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νεύρωση

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η (Μ νεύρωσις)
νεοελλ.
1. ιατρ. συχνή νευροψυχική νόσος που χαρακτηρίζεται από την έλλειψη οποιασδήποτε ανιχνεύσιμης βλάβης του νευρικού συστήματος και εκδηλώνεται με πλήθος ποικίλων συμπτωμάτων, είτε ψυχικών —λ.χ. άγχος, υπερσυγκινησία, αναστολές, ιδεοληψίες, φοβίες, καταθλιπτικές τάσεις κ.ά.— είτε σωματικών λειτουργικού τύπου, όπως λ.χ. διαφόρους πόνους, σπλαγχνικούς σπασμούς, δυσλειτουργίες, μυϊκές συσπάσεις, ιλίγγους, αδυναμίες, σεξουαλικές διαταραχές κ.ά.
2. βοτ. η διάταξη τών νευρικών ινών στα φύλλα τών φυτών
3. εντομολ. σωληνοειδής χιτινώδης πάχυνση στα φτερά τών εντόμων, που διατρέχεται από νεύρα και τραχείες
μσν.
1. ενίσχυση, ενδυνάμωση
2. το μυϊκό σύστημα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < νευρῶ. Η λ. ως επιστημονικός όρος είναι αντιδάνειο, πρβλ. αγγλ. neurosis < νευρώνω].