Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ονομάζω

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

ὀνομάζω, αιολ. και δωρ. τ. ὀνυμάζω, ιων. τ. οὐνομάζω) όνομα
1. φωνάζω, καλώ κάποιον με το όνομά του
2. δίνω όνομα σε κάποιον ή σε κάτι, ονοματίζω
3. αναφέρω ονομαστικά, κατονομάζω
4. χαρακτηρίζω κάποιον (α. «τον ονόμασε κλέφτη» β. «Θαλῆς εἷς τῶν ἑπτὰ σοφῶν ὀνομαζόμενος», Διόδ.)
5. απονέμω σε κάποιον τίτλο ή αξίωμα, διορίζω («τον ονόμασαν νομάρχη»)
αρχ.
1. (για πράγματα) δηλώνω ξεχωριστά, απαριθμώ
2. υπόσχομαι, τάζω («εἰ μὲν... μὴ δῶρα φέροι, τὰ δ' ὄπισθ' ὀνομάζοι», Ομ. Ιλ.)
3. αφιερώνω
4. εκφράζομαι με λόγια
5. χρησιμοποιώ όνομα ή λέξεις, λέγω («ἐς τρὶς ὀνομάσαι "Σόλων"», Ηρόδ.)
6. παθ. ὀνομάζομαι
γίνομαι ξακουστός, περίφημος, φημίζομαι.