Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παμμήτωρ

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: παμμήτωρ Medium diacritics: παμμήτωρ Low diacritics: παμμήτωρ Capitals: ΠΑΜΜΗΤΩΡ
Transliteration A: pammḗtōr Transliteration B: pammētōr Transliteration C: pammitor Beta Code: pammh/twr

English (LSJ)

ορος, ἡ,

   A mother of all, γῆ A.Pr.90, Ph. 1.32, cf. Orph. Fr.168.27; θεᾷ παμμήτορι Ῥείῃ Epigr.Gr.823.4.    II a very mother, γυνὴ τοῦδε π. νεκροῦ S.Ant.1282.

German (Pape)

[Seite 453] ορος, ἡ, Allmutter, Beiwort der Erde, παμμῆτόρ τε γῆ, Aesch. Prom. 90 u. öfter bei Sp. – Bei Soph. Ant. 1282, γυνὴ τέθνηκε τοῦδε παμμήτωρ νεκροῦ, die ganz Mutter war, Schol. ἡ κατὰ πάντα μήτηρ, sie wollte auch mit ihm sterben.

Greek (Liddell-Scott)

παμμήτωρ: -ορος, ἡ, μήτηρ τῶν πάντων, γῆ Αἰσχύλ. Πρ. 90· κόσμου ζωὴ Νόνν. Εὐαγγ. κ. Ἰω. 1. 26· φύσις Κλήμ. Ἀλ. 222· θεᾷ παμμήτορι Ῥείῃ Ἑλλ. Ἐπιγράμμ. 823. 4. ΙΙ. μήτηρ ἀληθής, γυνὴ τοῦδε π. νεκροῦ Σοφ. Ἀντ. 1282.

French (Bailly abrégé)

ορος;
adj. f.
1 mère de toutes choses (la terre);
2 qui est vraiment une mère, mère dévouée.
Étymologie: πᾶν, μήτηρ.

Spanish

madre de todo

Greek Monolingual

παμμήτωρ, -ορος, ἡ (Α)
1. η μητέρα όλων («τῆς παμμήτορος καὶ γενεσιουργοῡ φύσεως», Κλήμ. Αλ.)
2. αληθινή, πραγματική μητέρα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < παν- + -μήτωρ (< μήτηρ), πρβλ. μουσο-μήτωρ].

Greek Monotonic

παμμήτωρ: -ορος, ἡ (μήτηρ
I. μητέρα όλων, σε Αισχύλ.
II. αληθινή μητέρα, μητέρα πραγματική, τοῦδε παμμήτωρ νεκροῦ, σε Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

παμμήτωρ: ορος ἡ
1) всеобщая мать, праматерь (π. γῆ Aesch.);
2) истинная мать (τοῦδε νεκροῦ Soph.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

παμμήτωρ -ορος, ἡ [πᾶς, μήτηρ] moeder van alles. geheel en al moeder, in alle opzichten moeder.

Middle Liddell

παμ-μήτωρ, ορος, ἡ, μήτηρ
I. mother of all, Aesch.
II. a very mother, mother indeed, τοῦδε π. νεκροῦ Soph.