Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πορτοκαλιά

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523

Greek Monolingual

και πορτοκαλέα, η, Ν βοτ.
κοινή ονομασία του αειθαλούς φυτικού είδους Citrus sinensis του γένους κίτρο, της οικογένειας ρουτίδες, που ανήκει στα εσπεριδοειδή, μικρό δέντρο που καλλιεργείται για τον εξαιρετικά εύγευστο και ωφελιμότατο καρπό του, το γνωστό πορτοκάλι.
[ΕΤΥΜΟΛ. πορτοκάλι + κατάλ. -έα / -ιά (< πρβλ. μουρέα / μουριά: μούρο)].