Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πορτοκαλιά

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

και πορτοκαλέα, η, Ν βοτ.
κοινή ονομασία του αειθαλούς φυτικού είδους Citrus sinensis του γένους κίτρο, της οικογένειας ρουτίδες, που ανήκει στα εσπεριδοειδή, μικρό δέντρο που καλλιεργείται για τον εξαιρετικά εύγευστο και ωφελιμότατο καρπό του, το γνωστό πορτοκάλι.
[ΕΤΥΜΟΛ. πορτοκάλι + κατάλ. -έα / -ιά (< πρβλ. μουρέα / μουριά: μούρο)].