Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πρόσβασις

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K
Full diacritics: πρόσβᾰσις Medium diacritics: πρόσβασις Low diacritics: πρόσβασις Capitals: ΠΡΟΣΒΑΣΙΣ
Transliteration A: prósbasis Transliteration B: prosbasis Transliteration C: prosvasis Beta Code: pro/sbasis

English (LSJ)

εως, ἡ, (προσβαίνω)

   A means of approach, access, esp. uphill, ὄρεσι, ἔνθα π. οὐδεμίαν εἶναι Hdt.3.111, cf.E.El.489, Th.6.96 (pl.), 7.45; προσβάσεις τεκμαίρεται πύργων looks for means of scaling them, E.Ph.180; τὰς ἐκ θαλάττης π. Plb.4.56.8.    2 accession, τοῦ εὖ ζῆν Gal.19.178.    3 rise, ἡ τῶν Νειλῴων ὑδάτων π. PMasp.2 ii 22 (vi A.D.).

German (Pape)

[Seite 753] ἡ, der Zugang, bes. das Emporsteigen, πρ. πρὸς ἀποκρήμνοισι οὔρεσι, Her. 3, 111; ὀρθία οἴκων, Eur. El. 489; ἑπτὰ προσβάσεις πύργων, Phoen. 187; Thuc. 6, 96; Pol. 1, 55, 10 u. öfter; ἐξήτασε τὰς προσβάσεις καὶ θέσεις τῶν κλιμάκων, 7, 15, 10.

Greek (Liddell-Scott)

πρόσβᾰσις: ἡ, (προσβαίνω) μέσον πρὸς ἀνάβασιν, ἀνάβασις, μάλιστα δὲ ἡ λίαν ἀνωφερὴς ἀνάβασις, οὔρεσι, ἔνθα πρ. οὐδεμία ἦν Ἡρόδ. 3. 111, πρβλ. Εὐρ. Ἠλ. 489, Θουκ. 6. 96., 7. 45· προσβάσεις τεκμαίρεται πύργων, ἀναζητεῖ μέσον πρὸς ἀνάβασιν εἰς τοὺς πύργους, Εὐρ. Φοίν. 181· πρβλ. προσανάβασις.

French (Bailly abrégé)

εως (ἡ) :
moyen de s’approcher, accès.
Étymologie: προσβαίνω.

Greek Monotonic

πρόσβᾰσις: ἡ (προσβαίνω), μέσο προς ανάβαση, προσέγγιση, σε Ηρόδ., Θουκ.· προσβάσεις πύργων, μέσα ανάβασης στους πύργους, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

πρόσβᾰσις: εως ἡ доступ, подступ (πύργων, οἴκων Eur.; τὰς προσβάσεις τῶν Ἐπιπολῶν φυλάσσειν Thuc.; ἐξετάζειν τὰς προσβάσεις Polyb.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πρόσβασις -εως, ἡ [προσβαίνω] toegang:. προσβάσεις τεκμαίρεται πύργων hij beoordeelt de toegangswegen tot de burcht Eur. Phoen. 180.

Middle Liddell

πρόσβᾰσις, εως, προσβαίνω
a means of approach, access, Hdt., Thuc.; προσβάσεις πύργων means of approaching the towers, Eur.