Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πύγαργος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: πῡγαργος Medium diacritics: πύγαργος Low diacritics: πύγαργος Capitals: ΠΥΓΑΡΓΟΣ
Transliteration A: pýgargos Transliteration B: pygargos Transliteration C: pygargos Beta Code: pu/gargos

English (LSJ)

ὁ,

   A white-rump, name of a kind of antelope, Hdt.4.192, LXX De.14.5, Ael.NA7.19.    II a kind of eagle, perh. Circus cyaneus, Arist.HA618b19; opp. ὁ μελάμπυγος, Archil. 189, cf. Lyc. 91 (et ibi Sch.): metaph. of a coward, S.Fr. 1085.    III a water-bird, perh. dipper, Cinclus aquaticus, Arist. HA593b5.

German (Pape)

[Seite 813] Weißsteiß, eine Adlerart, Arist. H. A. 6, 6; auch eine Antilopenart, unter libyschen Thieren genannt, Her. 4, 192; – Soph. frg. 932 brauchte es nach E. M. auch für δειλός, als Ggstz von μελάμπυγος.

Greek (Liddell-Scott)

πύγαργος: ὁ, (πῡγὴ) ὁ λευκὸς τὴν πυγήν, ὄνομα εἴδους τινὸς δορκάδος, Ἡρόδ. 4. 192. ΙΙ. ὁ λευκόουρος ἀετός, Falco albicilla Ἀριστ. π. τὰ Z. Ἱστ. 9. 32, Ι, ὅνπερ ὁ Αἰσχύλ. ἐν Ἀγαμ. 116 καλεῖ διὰ τοῦ ἐπιθέτου ἐξόπιν ἀργᾶς, καὶ πρὸς αὐτὸν παραβάλλει τὸν Μενέλαον, ἐν ᾧ πρὸς τὸν χρυσοῦν ἀετὸν παραβάλλει τὸν Ἀγαμέμνονα· ἀντίθετ. τῷ μελάμπυγος, Ἀρχίλ. 177, πρβλ. Λυκόφρ. 71 (καὶ αὐτόθι Σχόλ.), Σοφ. Ἀποσπ. 931. ΙΙΙ. ὄνομα εἴδους σεισοπυγίδος, Totanus ochropus, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 8. 3, 13.

Greek Monolingual

ὁ, Α
1. ονομασία διαφόρων ζώων με λευκή πυγή, με λευκή ουρά, όπως του ζαρκαδιού, του αετού, της σουσουράδας
2. μτφ. ασπρόκωλος, δειλός, σε αντιδιαστολή προς τον μελάμπυγο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πυγή + ἀργός «λευκός»].

Greek Monotonic

πύγαργος: ὁ (πῡγή),·
I. αυτός που έχει λευκό γλουτό, όνομα είδους αντιλόπης, σε Ηρόδ.
II. αετός που έχει λευκή ουρά, θαλασσοπούλι, σε Σοφ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

πύγαργος: (ῡ) ὁ пигарг, «белозадый»
1) разновидность антилопы Her.;
2) разновидность орла, предполож. орлан-белохвост Arst.;
3) разновидность трясогузки Arst.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πύγαργος -ου, ὁ [πυγή, ἀργός] met witte kont; dier, wsch. antilope. Hdt. 4.192.1.

Middle Liddell

πύγ-αργος, ὁ, [πῡγή]
I. white-rump, the name of a kind of antelope, Hdt.
II. the white-tailed eagle, the erne, Soph., etc.