Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀετός

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241
Full diacritics: ἀετός Medium diacritics: ἀετός Low diacritics: αετός Capitals: ΑΕΤΟΣ
Transliteration A: aetós Transliteration B: aetos Transliteration C: aetos Beta Code: a)eto/s

English (LSJ)

Ep., Lyr., Ion., and early Att. αἰετός (v. fin.), οῦ, ὁ,

   A eagle, as a bird of omen, αἰ. τελειότατον πετεηνῶν Il.8.247, cf. 12.201, Od. 2.146 (cf. 11): favourite of Zeus, ὅστε σοὶ αὐτῷ φίλτατος οἰωνῶν Il. 24.310, cf. Pi.P.1.6; Διὸς . . πτηνὸς κύων, δαφοινὸς αἰ. A.Pr.1022, cf. Ag.136; ὁ σκηπτροβάμων αἰ., κύων Διός S.Fr.885:—prov., αἰετὸς ἐν ποτανοῖς Pi.N.3.80; αἰετὸς ἐν νεφέλαισι, of a thing quite out of reach, Ar.Av.987; ἀετὸν κάνθαρος μαιεύσομαι (v. μαιεύομαι):—the diff. kinds are distinguished by specific names, Arist.HA618b18sqq.    2 eagle as a standard, of the Persians, X.Cyr.7.1.4; of the Romans, Plu.Mar.23, etc.    3 the constellation Aquila, Arat.591, Ptol. Tetr. 27, etc.    II omen, Theoc.26.31.    III eagle-ray, Myliobatis aquila, Arist. HA540b18.    IV in Architecture, gable, pediment (from its resemblance to outspread wings, Gal.18(1).519), Ar.Av. 1110, ubi v. Sch., IG1.322 ii 80, cf. Pi.O.13.21, Fr.53, E.Fr.764; ὑπὸ τὸν αὐτὸν ἀετὸν ὑπελθεῖν come under the same roof, IG14.644 (Bruttii, iii B.C.).    V name of bandage, Sor.Fasc.12.508C.    VI temporal vein (Magna Graecia), Philistionap.Ruf.Onom.201.    VII iron part of spoke of wheel, Poll.1.145, Hsch.    VIII Astrol. and Magic, fabulous plant growing in Libya, Pamphil. ap. Gal.11.798, Cat.Cod.Astr.7.222. (αἰετός in early Att. Inscrr., IG1.322ii80, 2.1054.39; αἰητός Arat.522, v.l. in Pi.P.4.4; αἰβετός (i.e. αἰϝετός) Hsch.) [ᾱ always.]

German (Pape)

[Seite 43] ὁ, ion. u. poet. αἰετός, w. m. s. (ἄημι, der windschnelle?), 1) Adler, Arist. H. A. 9, 32; als Feldzeichen der Perser, Xen. Cyr. 7, 1, 4; der Römer, Plut. Mar. 23, u. öfter. – 2) Hausgiebel, Ar. Av. 1110; bes. das Giebelfeld der Tempel, nach B. A. 343: ἡ γὰρ ἐπὶ τοῖς προπυλαίοις κατασκευὴ ἀετοῦ μιμεῖται σχῆμα, ἀποτετακότος τὰ πτερά.

Greek (Liddell-Scott)

ἀετός: Ἐπ. καὶ Ἰων. αἰετός, (ἴδε ἐν τέλει), οῦ, ὁ, = ἀετὸς ὡς ὄνομα γένους ὁλοκλήρου, Ἰλ. Θ. 247. Τὰ ἐπίθετα αὐτοῦ παρ’ Ὁμήρῳ εἶναι ἀγκυλοχείλης, ὑψιπέτης, ὑψιπετήεις, αἴθων, μέλας, κάρτιστος καὶ ὤκιστος πετεηνῶν, ὀξύτατος δέρκεσθαι, καὶ ἐν σχέσει πρὸς τοὺς οἰωνοὺς τελειότατος, Ἰλ. Θ. 247˙ πρβλ. Μ. 209, Ὀδ. Β. 146. - Ἦτο εὐνοούμενον πτηνὸν τοῦ Διός˙ ὅς τε σοὶ αὐτῷ φίλτατος οἰωνῶν, Ἰλ. Ω. 310˙ οὕτω παρὰ Τραγ. Διός... πτηνὸς κύων, δαφοινὸς ἀ., Αἰσχύλ. Πρ. 1022˙ πρβλ. Ἀγ. 136. ὁ σκηπτροβάμων ἀ., κύων Διός, Σοφ. Ἀποσπ. 766: - παροιμ. αἰετὸς ἐν ποτανοῖς, Πινδ. Ν, 3. 138˙ ἀετὸς ἐν νεφέλαισι, περὶ πράγματος ὅλως ἀνεφίκτου, Ἀριστοφ. Ἱπ. 1013˙ ἀετὸν κάνθαρος μαιεύσομαι, (ἴδ. ἐν λέξ. μαιεύομαι)˙ τὰ διάφορα εἴδη διακρίνονται δι’ εἰδικωτέρων ὀνομάτων, ἀ. γνήσιος, φαίνεται νὰ εἶναιχρυσάετος, Ἀριστ. Ἱ. Ζ. 9. 32. 6 κἑξ. Ἐν τῷ κεφαλαίῳ δὲ τούτῳ ἀπαριθμεῖ καὶ τὰ λοιπὰ εἴδη˙ πυγαργός, πλάγγος ἢ νηττοφόνος, μελανάετος, περκνόπτεροςὑπάετος (γυπ-), ἁλιάετος. 2) ἀετός, ὡς σημαία παρὰ Πέρσαις, Ξεν. Κύρ. 7. 7. 4. καὶ παρὰ τοῖς Ρωμαίοις, Πλουτ. Μάρ. 23. κτλ. ΙΙ. ἰχθὺς σελαχώδης, Ἀριστ. Ἱ. Ζ. 5. 5. 3. ΙΙΙ. ἐν τῇ ἀρχιτεκτονικῇ σημαίνει τὸ ἀέτωμα τῶν οἰκιῶν καὶ τῶν ναῶν, Λατ. fastigium, Ἀριστοφ. Ὄρ. 1110, ἔνθα ὅρα Σχόλ., Συλλ. Ἐπιγρ. 160 ΙΙ. 80, καὶ λέγεται ὅτι ἐπενοήθη ὑπὸ Κορινθίων, Πινδ. Ο. 13. 29: - ὡσαύτως καλεῖται τύμπανον καὶ δέλτα˙ πρβλ. Βαλκ. Διατριβ. σ. 214. (Εὐρ. Ἀποσπ. 764)˙ ὁ Ἰων. τύπος αἰετὸς εἶναι ἐν συνεχεῖ χρήσει παρὰ τοῖς Ἐπ. καὶ Λυρ. ποιηταῖς, ἀλλ’ ὁ μόνος δόκιμος Ἀττ. τύπος εἶναι ἀετός, ἂν καὶ αἰετὸς συχνάκις εἰσήχθη ὑπὸ τῶν ἀντιγραφέων εἰς τοὺς Τραγ. κτλ.˙ πρβλ. ἀεί. Ἕτερος τύπος αἰητὸς ἀναγινώσκεται νῦν ἐν Πινδ. Π. 4, 6˙ ἴδε Βέργκ. Ἀνακρ. 99, Ἄρατ. 522, 691. Ὁ διαλεκτ. τύπος αἰβετός, ὅ ἐ. αἰϝετός, ἀναφερόμενος ὑπὸ Ἡσυχ. ὑποστηρίζει τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ ῥίζα εἶναι ΑϜ, ἴδε ἐν λέξ. ἀΐω (Α). [ᾱ, Πιερσ. Μοῖρ. 231, καὶ ἐν πᾶσι τοῖς παραγώγοις καὶ συνθέτοις].

French (Bailly abrégé)

οῦ (ὁ) :
I. aigle, oiseau;
II. p. anal. :
1 aigle, enseigne militaire;
2 fronton d’un édifice, faîte d’un temple.
Étymologie: R. ἈϜ, souffler en parl. de l’air ; litt. l’oiseau qui vit dans les airs ; cf. ἄημι.

English (Abbott-Smith)

ἀετός, -οῦ, ὁ, [in LXX for נֶשֶׁר ;]
an eagle: Re 4:7 8:13 (Rec. ἀγγέλου) 12:14. Where carrion is referred to, ἀ. is probably a vulture (cf. Jb 39:30, Pr 30:17): Mt 24:28, Lk 17:37 (MM, VGT, s.v.). †

English (Strong)

from the same as ἀήρ; an eagle (from its wind-like flight): eagle.

English (Thayer)

(οῦ, ὁ (like Latin avis, from ἄημι on account of its wind-like flight (cf. Curtius, § 596)) (from Homer down), in the Sept. for נֶשֶׁר, an eagle: Rec. ἀγγέλου); vultur percnopterus, which resembles an eagle (Pliny, h. n. 10,3 " quarti generis — viz. aquilarum — est percnopterus), or the vultur barbatus. Cf. Winer s RWB under the word Adler; (Tristram, Nat. Hist. of the Bible, p. 172ff). The meaning of the proverb (cf. examples in Wetstein (1752) on Matthew , the passage cited) quoted in both passages Isaiah , 'where there are sinners (cf. πτῶμα), there judgments from heaven will not be wanting'.

Greek Monotonic

ἀετός: [ᾱ], Επικ. και Ιων. αἰετός, -οῦ, ,
I. 1. ο αετός, σε Όμηρ. κ.λπ.· παροιμ., ἀετὸς ἐν νεφέλαισι, λέγεται για κάτι εντελώς ανέφικτο, σε Αριστοφ.
2. ο αετός ως σημαία των Περσών, σε Ξεν.· και στους Ρωμαίους, σε Πλούτ.
II. στην αρχιτεκτονική, σημαίνει το αέτωμα μιας οικίας ή ενός ιερού, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

ἀετός: эп.-ион. αἰετός, дор. αἰητός (ᾱ) ὁ
1) орел (как птица, посвященная Зевсу - Διὸς φίλτατος οἰωνῶν Hom., Διὸς ἀρχὸς οἰωνῶν Pind., Διὸς πτηνὸς κύων Aesch.): ἀ. ἐν νεφέλαισι погов. Arph. орел в облаках (ср. «журавль в небе»);
2) воен. орел (знак или знамя войсковой части у персов и римлян) (ἀ. χρυσοῦς ἐπὶ δόρατος Xen.; ἄρασθαι τὸν ἀετόν Plut.);
3) архит. фронтон, щипец Pind.: τὰς οἰκίας ἐρέφειν πρὸς ἀετόν Arph. снабдить дом фронтоном;
4) «орел» (рыба из группы скатов) Arst.

Middle Liddell


I. an eagle, Hom., etc.:—proverb., ἀετὸς ἐν νεφέλαισι, of a thing quite out of reach, Ar.
2. an eagle as a standard, of the Persians, Xen.; of the Romans, Plut.
II. in architecture, the pediment of a temple, Ar.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

ἀετός -οῦ, ὁ, vroeg Att. ep. lyr. Ion. αἰετός
1. adelaar: spreekw..; αἰετὸς ἐν νεφέλαις een adelaar in de wolken (van iets onbereikbaars) Aristoph. ; als aanspreektitel voor koningen ; Plut. ; milit., als veldteken.
2. bouwk. timpaan, fronton.