Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συνεκτικός

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: συνεκτικός Medium diacritics: συνεκτικός Low diacritics: συνεκτικός Capitals: ΣΥΝΕΚΤΙΚΟΣ
Transliteration A: synektikós Transliteration B: synektikos Transliteration C: synektikos Beta Code: sunektiko/s

English (LSJ)

ή, όν, (συνέχω)

   A fit for holding together, ἡ τῶν ὅλων σ. αἰτία Arist.Mu.397b9; τὸ σ. Plu.2.735f; τὸ ἐν ἑνὶ πάντων σ. Jul.Or.4.135c; σ. τόνος Plu.2.946c; σ. αἴτιον, in Stoic Philos., οὗ παρόντος μένει τὸ ἀποτέλεσμα καὶ αἰρομένου αἴρεται, Stoic.2.121, cf. 273; σ. αἰτία ib.144; σ. αἴτιον νοσήματος Gal.15.111; σ. δύναμις Id.7.525, cf. 1.85, 9.2, Sor.2.3; τὰ σ. τῶν λόγων the essence of the argument, A.D. Adv.141.21; τὸ -κώτατον δόγμα the most essential . ., Ph.1.283; -κώτατα the most essential doctrines, Iamb.VP32.226; -κώτατον κεφάλαιον Vett.Val.172.28; σ. τᾶς σωφροσύνας Phintys ap.Stob.4.23.61 (Sup.); of the soul, σ. ἑαυτῆς self-maintaining, Hierocl.p.29 A.; v. συνακτικός 1.1.    2 firmly gripping, of wrestlers, Philostr.Gym. 38.    II Adv. -κῶς summarily, Procl.in Alc.p.52 C., Zonar.

German (Pape)

[Seite 1013] ή, όν, 1) mit befassend, zusammenhaltend, erhaltend; ξηρότερα καὶ πυκνότερα καὶ συνεκτικώτερα ποιεῖν, Theophr.; auch dauernd, wie συνεχής, αἴτια συνεκτικά, dauernde, bleibende Ursachen, S. Emp. pyrrh. 3, 15; τὰ κυριώτατα καὶ σ υνεκτικώτατα, adv. phys. 1, 1. – 2) kurz zusammenfassend, συνεκτικῶς, kurz gefaßt, bei den Rhetoren.

Greek (Liddell-Scott)

συνεκτικός: -ή, -όν, (συνέχω) ὁ συνέχων, συγκρατῶν, συγκρατητικός, ἡ τῶν ὅλων σ. αἰτία Ἀριστ. π. Κόσμ. 6. 1· σ. αἴτια, αἴτια ἀποτελεσματικά, δραστικά, κύρια, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰ συναίτια, συνεργά, Σέξτ. Ἐμπειρ. π. Π. 3. 15, πρβλ. Κικ. Fat § 19, Ideler Phys. 2. 441, Κλήμ. Ἀλεξ. 376, 929, 931· συνεκτικώτατα, οὐσιωδέστατα, Ἰάμβλ. ἐν Βίῳ Πυθαγ. § 226 σ. τῆς σωφροσύνης Φίντυς παρὰ Στοβ. 444. 27· ἴδε συνακτικὸς 2. ΙΙ. Ἐπίρρ. -κῶς, ἐν συνόψει, συνοπτικῶς, συντόμως, κεφαλαιωδῶς, Πρόκλ. εἰς Πλάτ. Ἀλκ. σ. 52. ― Κατὰ Ζωναρ. σελ. 1694 «συνεκτικῶς, προδήλως, ἀληθῶς, ἢ κεφαλαιωδῶς».

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
qui comprend en soi, gén..
Étymologie: συνέχω.

Greek Monolingual

-ή, -ό / συνεκτικός, -ή, -όν, ΝΜΑ συνέχω
1. αυτός που έχει την ιδιότητα ή την δύναμη να συνέχει, να συγκρατεί
2. φρ. «συνεκτικό αίτιο»
(στη στωική φιλοσ.) κύριο, αποτελεσματικό, δραστικό αίτιο, σε αντιδιαστολή προς το συναίτιο
νεοελλ.
1. αυτός που έχει συνοχή, στερεός
2. φρ. «συνεκτικός ιστός»
(ιστολ.) συνδετικός ιστός
αρχ.
1. ουσιώδης, πρωτεύων
2. φρ. «συνεκτικὴ ἑαυτῆς»
(για την ψυχή) η αυτοσυντηρούμενη, αυτοκαθοριζόμενη (Ιεροκλ.).
επίρρ...
συνεκτικώς / συνεκτικῶς ΝΜΑ, και συνεκτικά Ν
νεοελλ.
με συνεκτικότητα, με συνοχή
μσν.-αρχ.
σε γενικές γραμμές, συνοπτικά.

Russian (Dvoretsky)

συνεκτικός:
1) содержащий в себе, объемлющий: σ. τινος Arst., Plut. содержащий в себе что-л.; σ. τῶν ὅλων Arst. всеохватывающий;
2) филос. содержащий в себе следствие, основополагающий, основной: τὰ αἴτια συνεκτικὰ καὶ συναίτια Sext. причины основные и побочные;
3) непрерывный, сплошной (πνεῦμα Plut.).