Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γραπτός

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: γραπτός Medium diacritics: γραπτός Low diacritics: γραπτός Capitals: ΓΡΑΠΤΟΣ
Transliteration A: graptós Transliteration B: graptos Transliteration C: graptos Beta Code: grapto/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A painted, ζῷα Emp.128.5; τύποι E.Fr.764; κύρβις Achae.19; εἰκών SIG 1068.21 (Patmos): γραπτά, τά, paintings, opp. γλυπτά, D.H.Comp. 25.    2 marked as with letters, ἁ γραπτὰ ὑάκινθος Theoc.10.28; γ. λίθος IG14.1089.    II written, νόμοι γ. Gorg.Pal.30, cf. Pl.Lg.773e, etc.; ἀσφάλεια PAmh.78.17 (ii A. D.): γραπτά, τά, rescripts, proclamations, LXX 2Ma 11.15; legal documents, bonds, Man.3.214.

Greek (Liddell-Scott)

γραπτός: -ή, -όν, ῥηματ. ἐπίθ., ἐζωγραφημένος, Εὐρ. Ἀποσπ. 764, Ἀχαι. παρ’ Ἀθην. 451D· ἴδε B öckh Συλλ. Ἐπίγρ. 1. σ. 662. 2) σημειωμένος ὡς διὰ γραμμάτων, ἁ γραπτὰ ὑάκινθος Θεόκρ. 10. 28· γρ. λίθος Ἐπιγράμμ. Ἐλλην. 1089. 8. ΙΙ. γεγραμμένος, νόμοι γρ. Γοργ. Ἀπολ. Παλαμ. σ. 190. 103, ἴδε ἐπόμ.·― γραπτά, τά, = γράμματα, Β΄ Μακκ. ια΄, 15, Μανέθ. 3. 214.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
1 marqué comme de lettres en parl. de l’hyacinthe;
2 peint.
Étymologie: adj. verb. de γράφω.

Spanish (DGE)

-ή, -όν

• Alolema(s): dór. fem. -ά Theoc.10.28; eol. γρόπτ- Balbill.29.18
1 pintado, dibujado γραπτοὺς <τ' ἐν αἰετ>οῖσι πρόσβλεψον τύπους E.Fr.764, γραπτὸν {κύρβιν} ἐν διπλῷ ξύλῳ Achae.19, ἀγάλματα ... θεῶν Plu.2.379c, en una tabla ὅπῃ γλυκὺ νέκταρ ἀφύσσων γραπτῇ χειρὶ κύπελλον ἀερτάζει Γανυμήδης Nonn.D.12.40
c. τύπος, εἰκών, etc. retrato γ. τύπος Νευτίμας retrato de Neutima, AP 7.730 (Pers.), εἰκόσιν γραπταῖς τελείαις con retratos de tamaño natural, IKios 22.4, 14 (I a.C.), εἰκόνα γραπτὴν ἐν ἀσπιδίῳ IK 34.23 (II a.C.), εἰκόνι γραπτῇ ἐνόπλῳ IKios 22.16 (I a.C.), cf. IG 22.1012.17 (II a.C.), CRIA 9.7 (I a.C.), IFayoum 152.15 (I a.C.), SEG 25.134.10 (Ática I a.C.), IEphesos 3214.9, 3825.26 (I a./d.C.), 4337.21 (I d.C.)
neutr. plu. subst. pinturas, cuadros pintados op. τὰ γλυπτά: οὐ γραπτοῖς ἀλλὰ γλυπτοῖς καὶ τορευτοῖς ἐοικότας ... λόγους D.H.Comp.25.32.
2 escrito τίς γὰρ ἂν ἐποίησε ... νόμους τε γραπτούς; Gorg.B 11a.30, cf. Pl.Lg.773e, PPetr.3.21g.38 (III a.C.), ἀσφάλειαν γραπτὴν ... ποιήσασθαι hacerse la garantía por escrito, PAmh.78.17 (II d.C.), μῦθος Nonn.Par.Eu.Io.6.31, διὰ γραπτοῦ por escrito, PMich.Diss.Michael 25.3 (I d.C.).
fig. τὸ ἔργον τοῦ νόμου γραπτὸν ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν Ep.Rom.2.15
que tiene manchas en forma de letras ἁ γραπτὰ ὑάκινθος Theoc.l.c.
neutr. plu. subst. textos escritos διὰ γραπτῶν LXX 2Ma.11.15, γρόπτα τάδ' estos versos Balbill.l.c., σοφίης βίοτον καλάμοιό τε γραπτῶν πρῆξιν ἔδωκε Man.3.97, cf. 161, 214, Nonn.Par.Eu.Io.5.39.

English (Strong)

from γράφω; inscribed (figuratively): written.

English (Thayer)

Γραπτή, γραπτόν, written: Gorgias, Apology Palam., p. 190 under the end; the Sept.; others.)

Greek Monolingual

και γραφτός, -ή, -ό (AM γραπτός, -ή, -όν)
γραμμένος
νεοελλ.
Ι. το ουδ. ως ουσ.
1. το γραφτό
ό,τι έχει γράψει ή ορίσει η μοίρα, το ριζικό, το πεπρωμένο
2. το γραπτό
η κόλλα, το δοκίμιο τών γραπτών εξετάσεων
II. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα γραπτά
1. τα κείμενα
2. οι γραπτές εξετάσεις
3. τα δοκίμια τών γραπτών εξετάσεων
αρχ.-μσν.
το ουδ. ως ουσ. διάταγμα, διακήρυξη
αρχ.
το ουδ. ως ουσ. πίνακας ζωγραφικής ή τοιχογραφία.

Greek Monotonic

γραπτός: -ή, -όν (γράφω), αυτός που είναι σημειωμένος με γράμματα· ἁγραπτὰ ὑάκινθος, σε Θεόκρ.

Russian (Dvoretsky)

γραπτός:
1) нарисованный, изображенный (τύπος Eur., Anth.; εἰκών Plut.);
2) расписной, узорчатый (ὑάκινθος Theocr.);
3) (за)писанный (ἐν ταῖς καρδίαις NT).

Middle Liddell

γράφω
marked as with letters, ἁ γραπτὰ ὑάκινθος Theocr.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

γραπτός -ή -όν γράφω
1. geschreven; ook overdr.. ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν in hun harten geschreven NT Rom. 2.15.
2. beschreven, van letters voorzien :. ἁ γραπτὰ ὑάκινθος de met letters beschreven hyacinth Theocr. 10.28.
3. geschilderd van afbeeldingen.

Chinese

原文音譯:graptÒj 格拉普拖士
詞類次數:形容詞(1)
原文字根:寫(的)
字義溯源:刻在,寫在;源自(γράφω / καταγράφω)*=銘記)
出現次數:總共(1);羅(1)
譯字彙編
1) 刻(1) 羅2:15