Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἔγγραφος

Τοῦ ὅλου οὖν τῇ ἐπιθυμίᾳ καὶ διώξει ἔρως ὄνομα → Love is the name for our pursuit of wholeness, for our desire to be complete
Plato, Symposium, 192e10
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἔγγρᾰφος Medium diacritics: ἔγγραφος Low diacritics: έγγραφος Capitals: ΕΓΓΡΑΦΟΣ
Transliteration A: éngraphos Transliteration B: engraphos Transliteration C: eggrafos Beta Code: e)/ggrafos

English (LSJ)

ον, Dor. ἔγγροφος SIG712.35 (Crete), A written, Plb.3.21.4, Luc.Herm.24, etc.; ἔγγραφα, τά, documents, OGI335.137 (Pergam.). Adv. ἐγγράφως = in writing Inscr.Prien.113.37 (i B. C.), J.BJ1.27.1, SIG880.68 (Pizus), Porph.Chr.27. II enrolled, IG12.949. III ἔγγραφοι πατέρες, = patres conscripti, D.H.2.12.

German (Pape)

[Seite 701] = ἔγγραπτος; Pol. 3, 21, 4; ἀναλγησίαν ἔγγραφον ὁμολογοῦσιν Luc. Nigr. 30. – Adv., N. T. u. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ἔγγρᾰφος: -ον, γραπτός, γεγραμμένος, Ἀριστ. Ἀποσπ. 415, Πολύβ. 3. 21, 4, κτλ. - Ἐπίρρ. ἐγγράφως Κλήμ Ἀλ. 564. ΙΙ. καταγεγραμμένος εἰς τὸν κατάλογον, ἐγγεγραμμένος, Συλλογ. Ἐπιγρ. 171. ΙΙ. 23.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
inscrit, consigné par écrit.
Étymologie: ἐγγράφω.

Spanish (DGE)

-ον
• Alolema(s): dór. ἔνγροφος ICr.1.16.4.33 (Lato II a.C.)
• Grafía: en pap. e inscr. frec. graf. ἔνγ-
• Morfología: [gen. dór. ἐγγρόφω ICr.1.16.3.21]
I 1escrito, (puesto) por escrito esp. ref. todo tipo de documentos jurídicos ἐν αἷς (συνθήκαις) περὶ μὲν Ἰβηρίας οὐκ ἔφασαν ὑπάρχειν ἔγγραφον οὐδέν Plb.3.21.4, cf. 3.26.4, Plu.Per.8, περὶ τούτων τὰς πίστεις ἐ[γγ] ράφους παρατιθέ[ασι] ν OGI 335.135 (Pérgamo II a.C.), cf. Hld.10.12.4, μηνύσεις I.BI 1.535, cf. PWash.Univ.20.11 (IV d.C.), εἰσαγγελίαι IG 12(3).326.22 (Tera II d.C.), νόμοι Plu.2.227b, Porph.Marc.27, de disposiciones testamentarias, Luc.Nigr.30, κατὰ τήνδε τὴν δισσὴν ἔγγραφον ἀσφάλειαν SB 8007.2 (III/IV d.C.), χωρὶς ἐγγράφου ἀποχῆς PLugd.Bat.25.17.12 (IV d.C.), ἐντολή POxy.1881.7 (V d.C.), γεωργία ἔ. op. ἄγραφος, de la evangelización por medio de las Escrituras, Clem.Al.Strom.1.1.7
neutr. subst. τὸ ἔγγραφον = escrito, texto o documento escrito esp. de tipo jurídico ICr.l.c., OGI 335.138 (Pérgamo II a.C.), Artem.2.32, Gr.Nyss.Hom.in Eccl.358.22, Anon.in EN 245.30, κατὰ τὰ περὶ τῶν ... ἀδικούντων τὸν δῆμον ἔγγραφα SEG 33.1039.90 (Cime II a.C.), βυβλίων, δέλτων, γραμμάτων, ἐνγράφων SEG 39.1180.63 (Éfeso I d.C.)
tb. copia, duplicado de un documento, guardada en archivos públicos καθ' ἃ ἐν τῷ δι' ἀρχείου ἐγγράφῳ δεδήλωται Didyma 111.7 (II d.C.), cf. Milet 6(2).564.11 (II d.C.).
2 en lit. jud.-crist. escrito en la Biblia de los Mandamientos αἱ ἐντολαὶ αἱ ἔγγραφοι Clem.Al.Strom.5.6.38, προφητεία Meth.Symp.260, χρησμοί Eus.PE 1.4.1, ἀποδείξεις op. ἄγραφος Basil.Spir.67.12
neutr. subst. τὰ ἔγγραφα las Escrituras τὰ θεῖα ἔγγραφα Eus.Marcell.1.1 (p.8), τὰ ἔγγραφα τοῦ νόμου Cyr.H.Catech.18.11.
3 estriado, rayado, escrito σῦκα Gp.10.47.
II de pers.
1 alistado, enrolado de los voluntarios no ciudadanos atenienses en la guerra del Peloponeso, dud. en IG 13.1184.76 (V a.C.).
2 inscrito, registrado ἔγγραφοι πατέρες patres conscripti en el Senado rom., D.H.2.12
crist. ref. a los actos humanos νηστεία Herm.Sim.5.3.8, ἔγγραφοι ἐγένοντο ἀπὸ τοῦ θεοῦ ἐν τῷ μνημοσύνῳ αὐτοῦ los que confiaron en el Señor, 1Ep.Clem.45.8.
III adv. ἐγγράφως
1 por escrito παρ[ακαλέσειν] ... τοὺς πολίτας IPr.113.37 (I a.C.), cf. Porph.Chr.27, ἐάν τινι [σ]υν[χωρήσῃ ἐν]γράφως ταφῆναι SEG 35.1429.3, παραδίδωμι SIG 880.68 (Pizo III d.C.), Anon.Prol.13.23, ἐκδίδωμι Corp.Herm.12.8, προσφωνεῖν POxy.3729.16 (IV d.C.), ἐπιστέλλειν PBeatty Panop.1.112 (III d.C.), ἐγγράφως ποιεῖν ... ὡς Iul.Ascal.13.2.
2 mediante contrato escrito op. ἀγράφως PMerton 91.10, 15 (IV d.C.).
3 en lit. jud.-crist. en o mediante las Escrituras ἐπὶ τὴν ἀλήθειαν τὴν ἐγγράφως τὰ ἄγραφα δηλοῦσαν Clem.Al.Strom.1.1.10, τὸ πνεῦμα ἐγγράφως φησίν Ath.Al.Gent.7.

Greek Monolingual

-η, -ο (AM ἔγγραφος, -ον)
1. γραμμένος, γραπτός («έγγραφη βεβαίωση»)
2. το ουδ. ως ουσ. το έγγραφο(ν)
γραπτή διατύπωση πράξης ή συμφωνίας που αναφέρει, βεβαιώνει ή αποδεικνύει κάτι
νεοελλ.
φρ. α) «δημόσιο έγγραφο» — αυτό που εκδίδεται από την αρμόδια κρατική αρχή και απευθύνεται σε άλλη αρχή ή πολίτες
β) «ιδιωτικό έγγραφο» — αυτό που εκδίδει ιδιώτης και δεν ανταποκρίνεται στους καθορισμένους νόμιμους τύπους που διασφαλίζουν το κύρος του
γ) «πρωτότυπο έγγραφο» — το πρώτο που εκδίδει και υπογράφει ο εκδότης
δ) «διπλωματικά έγγραφα» — αυτά που αναφέρονται στις διεθνείς σχέσεις του κράτους
μσν.
ἔγγραφον
κατάλογος, κατάστιχο
αρχ.
1. ο γραμμένος στον κατάλογο
2. ο διατυπωμένος σε επίσημο γραπτό πρακτικό.

Russian (Dvoretsky)

ἔγγρᾰφος: Arst., Polyb., Plut. = ἔγγραπτος.