Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σύρτις

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι -> Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.

German (Pape)

[Seite 1041] ἡ, die Syrte, eine Sandbank im Meere, bes. an der libyschen Küste, s. nom. pr.; übh. eine Bank bewegliches Sandes, die der Wind zusammengeführt hat, Flugsand.

English (Strong)

from σύρω; a shoal (from the sand drawn thither by the waves), i.e. the Syrtis Major or great bay on the north coast of Africa: quicksands.

Greek Monolingual

-έως, η, ΝΑ, και γεν. σύρτιος και σύρτιδος Α
ως κύριο όν.Σύρτις
ονομασία δύο μεγάλων τεναγωδών κόλπων, της Λιβυκής θάλασσας που εισχωρούν σε μεγάλο μέρος της χώρας, δηλαδή της Λιβύης (α. «μεγάλη Σύρτις» β. «μικρή Σύρτις» γ. «μείζων Σύρτις» δ. «ελάσσων Σύρτις»)
νεοελλ.
ωκεαν. αμμώδης έξαρση του θαλάσσιου βυθού η οποία μεταβάλλει σχήμα και αλλάζει θέση ανάλογα με τα εκάστοτε επικρατούντα ρεύματα
αρχ.
μτφ. όλεθρος, καταστροφή.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το τοπωνύμιο Σύρτις έχει σχηματιστεί από το ρ. σύρω (πρβλ. συρτός, σύρτης) λόγω του ότι οι δύο αυτοί κόλποι της Μεσογείου ήταν αμμώδεις και διαμορφώνονταν από το ρεύμα της θάλασσας που παρέσυρε την άμμο. Η λ. χρησιμοποιήθηκε και ως προσηγορικό, καθώς και μεταφορικά με τη σημ. «καταστροφή»].