Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σύσκηνος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: σύσκηνος Medium diacritics: σύσκηνος Low diacritics: σύσκηνος Capitals: ΣΥΣΚΗΝΟΣ
Transliteration A: sýskēnos Transliteration B: syskēnos Transliteration C: syskinos Beta Code: su/skhnos

English (LSJ)

ὁ,

   A one who lives in the same tent, messmate, comrade, Th.7.75, Lys. 13.79, X.An.5.8.6, Plu.2.27f, BGU984.24 (iv A.D.), etc.; ς. φίλοι BMus.Inscr.1077 (Sudan); Dor., οἱ σύνσκανοι IG12(2).640 (Tenedos), cf. 92(1).117 (Aetolia, iii B.C.);

   A fellow-actor, ib.14.2342 (Aquileia), dub. in Supp.Epigr.2.60 (Laconia, ii/i B.C.).

German (Pape)

[Seite 1042] in einem Zelte, Hause zusammen wohnend od. lebend, Thuc. 7, 75; bes. zusammen essend, Xen. Cyr. 2, 2, 29 u. Sp., wie Luc. Asin. 46.

Greek (Liddell-Scott)

σύσκηνος: ὁ, ὁ κατοικῶν μετά τινος ἐν τῇ αὐτῇ σκηνῇ, ὁμοτράπεζος, σύντροφος, Λατιν. contubernalis, Θουκ. 7. 75, Λυσί. 137. 18, Ξεν. Ἀν. 5. 8. 6, κτλ.· Δωρ., οἱ σύσκανοι Διοσκούροις Συλλ. Ἐπιγρ. 2165.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
compagnon de tente, camarade ; particul. qui mange ensemble.
Étymologie: σύν, σκηνή.

Greek Monolingual

ο, η, ΝΑ, και δωρ. τ. σύνσκανος Α
αυτός που διαμένει στην ίδια σκηνή με άλλον ή με άλλους
αρχ.
1. ομοτράπεζος, σύντροφος
2. συνάδελφος σε θέατρο, σε θίασο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + -σκηνος (< σκηνή), πρβλ. επί-σκηνος].

Greek Monotonic

σύσκηνος: ὁ (σκηνή), αυτός που διαμένει στην ίδια σκηνή με άλλους, συνδαιτυμόνας, σύνοικος, ομοτράπεζος, Λατ. contubernalis, σε Θουκ., Ξεν.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σύσκηνος -ου, ὁ Att. ook ξύσκηνος [σύν, σκηνή] tentgenoot.

Russian (Dvoretsky)

σύσκηνος: ὁ досл. сосед по палатке, перен. сотрапезник или сотоварищ Thuc., Lys., Xen., Luc.

Middle Liddell

σύ-σκηνος, ὁ, σκηνή
one who lives in the same tent, a messmate, Lat. contubernalis, Thuc., Xen.