Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σύνοικος

Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι. -> Go tell the Spartans, stranger passing by, that here, obedient to their laws, we lie.
Simonides of Kea
Full diacritics: σύνοικος Medium diacritics: σύνοικος Low diacritics: σύνοικος Capitals: ΣΥΝΟΙΚΟΣ
Transliteration A: sýnoikos Transliteration B: synoikos Transliteration C: synoikos Beta Code: su/noikos

English (LSJ)

ον, Delph. σύνϝοικος (v. infr. 1 c),

   A dwelling in the same house with, τῷ γυναικείῳ γένει A.Th.188, cf. Ch.1005; ξ. εἴσειμ' enter the house as an inmate, S.El.818; of animals, Plu.2.974d, Hdn.1.12.2.    b of persons living in the same city or country, fellow-inhabitant (prop. of those who join in colonizing a place, opp. ἔποικοι, Arist.Pol.1303a28), σ. ἐγένοντο Ἀθηναίοισι (sc. οἱ Πελασγοί) Hdt.1.57, cf. 2.51, 7.73; ξ. ἐπαγαγέσθαι τινάς Th.2.68; ξ. δέξασθαι or προσδέξασθαι, Ar.Pl.1147, Pl.Lg.708a; σ. ἔχειν ἐν τῇ πόλει Isoc.12.178; σ. ἡμῖν ἐν τῇ πόλει Pl.Lg.920a; ἐν τῇ χώρᾳ σ. ὑμῶν γίγνεται Lycurg.145; of gods worshipped in the country, τὸν θεὸν βαρὺν ξ. θησόμεσθα A.Supp.415, cf. Isoc.10.62; ἡ σ. τῶν κάτω θεῶν Δίκη S. Ant.451.    c = μέτοικος or πάροικος, SIG480.2 (Delph., iii B.C.): in form σύνϝοικος, Schwyzer 324.12 (Delph., iv. B.C.).    2 metaph., associated with, wedded to, tied to, of persons, τίς ἄταις ἀγρίαις, τίς ἐν πόνοις ξ.; S.OT1206 (lyr.); σ. ἐνδείᾳ, κακῷ, Pl.Smp.203d, R. 367a.    b of things, associated with, ὁ δυσφιλεῖ σκότῳ λιμὸς ξύνοικος A.Ag.1642; ᾧ τίς οὐκ ἔνι κηλὶς κακῶν ξ.; S.OC1134; ὑμῖν τὰς μεγίττας ἡδονὰς σ. εἶναι Pl.Phlb.63d; ὁ ἀεὶ σ. ἐμοὶ ἔρως X.Smp.8.24; τοῦ [τῇ καρδίᾳ] συνοίκου αἵματος Diocl.Fr.44.

German (Pape)

[Seite 1030] in einem Hause oder Lande wohnend; τοιάδε μοι ξύνοικος ἐν δόμοισι μὴ γένοιτο, Aesch. Ch. 999; Suppl. 410; οὐδ' ἡ ξύνοικος τῶν κάτω θεῶν Δίκη, Soph. Ant. 447; ἀλλὰ ξύνοικον δέξασθέ με, Ar. Plut. 1147; Her. 1, 57. 7, 73; γείτονας ὄντας καὶ ξυνοίκους μιᾶς χώρας, Thuc. 4, 64, u. öfter; vgl. Pol. 34, 9, 2; Ggstz von ξένος, Plat. Legg. IX, 880 c u. öfter; auch übertr., ὁ δυσφιλὴς σκότῳ λιμὸς ξύνοικος, Aesch. Ag. 1626; ᾡ τις οὐκ ἔνι κηλὶς κακῶν ξύνοικος, Soph. O. C. 1136; vgl. El. 775; auch in Prosa: ἐνδείᾳ ξύνοικος, Plat. Conv. 203 d; μὴ ἀδικῶν τῷ μεγίστῳ κακῷ ξύνοικος ᾐ, Rep. II, 367 a; ἆρ' ἔτι προσδεῖσθ' ὑμῖν τὰς μεγίστας ἡδονὰς ξυνοίκους εἶναι, Phil. 63 d.

Greek (Liddell-Scott)

σύνοικος: -ον, ὡς καὶ νῦν, ὁ συνοικῶν, συγκάτοικος, σύντροφος, Λατιν. contubernali, τῷ γυναικείῳ γένει Αἰσχύλ. Θήβ. 188, πρβλ. Χο. 1005· οὔ τι μὴν ἔγωγε τοῦ λοιποῦ χρόνου ξύνοικος εἴσειμ’, ἀλλ’ οὐδέποτε εἰς τὸ ἑξῆς θὰ εἰσέλθω εἰς τὸν οἶκον νὰ συνοικήσω μετ’ αὐτῶν, Σοφ. Ἠλ. 818· ἐπὶ κατοικιδίων ζῴων, Πλούτ. 2. 974D, Ἡρωδιαν. 1. 12. β) ἐπὶ ἀνθρώπων ζώντων ἐν τῇ αὐτῇ πόλει ἢ χώρᾳ, ὁ ὁμοῦ κατοικῶν, πολίτης, συμπολίτης (κυρίως ἐπὶ τῶν ἀπὸ κοινοῦ σχηματιζόντων που ἀποικίαν, ἀντίθετον τῷ ἔποικοι, Ἀριστ. Πολιτ. 5. 3, 11), σ. ἐγένοντο Ἀθηναίοισι (ἐξυπακ. οἱ Πελασγοὶ) Ἡρόδ. 1. 57, πρβλ. 2. 51., 7. 73 ξ. ἐπαγαγέσθαι τινὰς Θουκ. 2. 68· ξ. δέχεσθαι ἢ προσδέχεσθαι Ἀριστοφ. Πλ. 1147, Πλάτ. Νόμ. 708Α· σ. ἔχειν τῇ πόλει Ἰσοκρ. 270Β· σ. τινι ἐν τῇ πόλει Πλάτ. Νόμ. 920Α· ἐν τῇ χώρᾳ σ. τινος γενέσθαι Λυκοῦργ. 168. 33· ― οὕτως ἐπὶ θεῶν λατρευομένων ἐν τῇ χώρᾳ, τὸν θεὸν βαρὺν ξ. θησόμεσθα Αἰσχύλ. Ἱκ. 415, πρβλ. Ἰσοκρ. 218C· ὡσαύτως, ἡ σ. τῶν κάτω θεῶν Δίκη Σοφ. Ἀντ. 451. 2) μεταφορ., συνδεδεμένος μετά τινος, ἐξῳκειωμένος πρός τι, ἐπὶ προσώπων, ἐν πόνοις ξ. ἀλλαγᾷ βίου ὁ αὐτ. ἐν Ο. Τ. 1206· ξ. ἐνδείᾳ, κακῷ Πλάτ. Συμπ. 203D, Πολ. 367Α. β) ἐπὶ πραγμάτων, ὁ δυσφιλεῖ σκότῳ λιμὸς ξύνοικος Αἰσχύλ. Ἀγ. 1642· ᾧ τίς οὐ κηλὶς κακῶν ξ.; Σοφ. Ο. Κ. 1134· ὑμῖν τὰς μεγίστας ἡδονὰς ξ. εἶναι Πλάτ. Φίληβ. 63D· ὁ ἀεὶ σ. ἐμοὶ ἔρως Ξεν. Συμπ. 8. 24.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
1 en parl. de pers. qui vit dans la même maison, dans la même cité ou le même pays, voisin de, τινι ; fig. qui habite ou vit avec qch (le besoin, le mal, etc.) τινι;
2 en parl. de choses inséparable de, τινι.
Étymologie: σύν, οἶκος.

Greek Monolingual

-η, -ο / συνοικος, -ον, ΝΑ, και αττ. τ. ξύνοικος, και επιγρ. σύνFοικος, A
(το αρσ. και θηλ. και ως ουσ.) αυτός που συγκατοικεί, που διαμένει μαζί, συγκάτοικος
νεοελλ.
το αρσ. ως ουσ. ζωολ. α) καθένας από τους οργανισμούς που συμβιώνουν σε συνοίκηση
β) γένος χιτωνοφόρων της οικογένειας πολυκλινίδες
αρχ.
1. αυτός που ζει στην ίδια χώρα ή πόλη με κάποιον άλλον, συμπολίτης («ἡ ξύνοικος τῶν κάτω θεῶν Δίκη», Σοφ.)
2. μτφ. (για πρόσ.) συνδεδεμένος, εξοικειωμένος με κάτι («ὁ ἀεὶ σύνοικος ἐμοὶ ἔρως», Ξεν.)
3. το αρσ. και θηλ. ως ουσ. , ἡ σύνοικος
α) σύζυγος
β) σύντροφος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + οἶκος. Η λ., ως επιστημ. όρος της Νέας Ελληνικής, είναι αντιδάνεια, πρβλ. αγγλ. synoicous].

Greek Monotonic

σύνοικος: -ον, 1. αυτός που κατοικεί στο ίδιο σπίτι μαζί με άλλους, συγκάτοικος, σύντροφος, παρέστιος, με δοτ., σε Αισχύλ.· ξύνοικος εἰσιέναι, εισέρχομαι στο σπίτι ως συγκάτοικος, σε Σοφ.· λέγεται για πρόσωπα που κατοικούν στην ίδια πόλη ή χώρα, πολίτης, συμπολίτης, συγκάτοικος, σε Ηρόδ., Θουκ. κ.λπ.
2. μεταφ., συνδεδεμένος με κάποιον, σύζυγος, εξοικειωμένος, λέγεται για πρόσωπα· ξύνοικος ἀλλαγᾷ βίου, σε Σοφ.· κακῷ, σε Πλάτ.· λέγεται για πράγματα, συνδεδεμένος με, σκότῳ λιμὸς ξύνοικος, σε Αισχύλ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

σύνοικος:
1) вместе живущий (ἐν δόμοισί τινι Aesch.; ἡ ξ. τῶν κάτω θεῶν Δίκη Soph.);
2) тесно связанный, сопутствующий, соединенный: σκότῳ λιμὸς ξ. Aesch. голод в сочетании с тьмой, т. е. голодание в темнице; ξ. ἄταις ἀγρίαις Soph. сопутствуемый жестокими бедствиями.
ὁ и ἡ сожитель, тж. близкий сосед (γείτονες καὶ ξύνοικοι μιᾶς χώρας Thuc.): σ. ἐν τῇ πόλει Plat., Isocr. согражданин.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σύνοικος -ον, Att. ook ξυνοικος [σύν, οἶκος] samenwonend met, met dat.; overdr. gepaard gaand met:; σκότῳ λιμὸς ξύνοικος honger gepaard met duisternis Aeschl. Ag. 1642; verbonden met:. τῷ μεγίστῷ κακῷ ξύνοικος met de grootste ellende verbonden Plat. Resp. 367a; ἐνδείᾳ σύνοικος levend met armoede Plat. Smp. 203d.

Middle Liddell

σύν-οικος, ον,
1. dwelling in the same house with others, c. dat., Aesch.; ξ. εἰσιέναι to enter the house as an inmate, Soph.:—of persons living in the same country, a fellow-inhabitant, denizen, Hdt., Thuc., etc.
2. metaph. associated with, wedded to, used to, of persons, ξ. ἀλλαγᾷ βίου Soph.; κακῷ Plat.:—of things, associated with, σκότῳ λιμὸς ξύνοικος Aesch., etc.