Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τύφη

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: τύφη Medium diacritics: τύφη Low diacritics: τύφη Capitals: ΤΥΦΗ
Transliteration A: týphē Transliteration B: typhē Transliteration C: tyfi Beta Code: tu/fh

English (LSJ)

[ῡ], ἡ, a plant used for stuffing bolsters and beds,

   A reed mace, Typha angustata, Thphr.HP1.5.3, 4.10.5, Str.5.2.9, Dsc.3.118: τύφι, Ps.-Dsc. l. c.    II a sort of tiara, Tz.H.8.307.

German (Pape)

[Seite 1165] ἡ, eine Pflanze, die zum Ausstopfen von Polstern u. Betten gebraucht wurde.

Greek (Liddell-Scott)

τύφη: ἡ, εἶδος χόρτου ἐν χρήσει εἰς πλήρωσιν ἀνακλίντρων καὶ κλινοστρωμνῶν, ὡς τὸ tomentum circense τῶν Ρωμαίων, tvpha Lion., ἴσως ἡ «τζύβα», Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 1. 5. 3., 4. 10, 5, Στράβ. 226. ΙΙ. εἶδος τιάρας, Τζέτζ. Ἱστ. 8. 307.

Greek Monolingual

η, ΝΜΑ, και τύφι, τὸ, Α
λόγια ονομασία του γένους, σύμφωνα με τη σύγχρονη επιστημονική ταξινόμηση, υδροχαρών ποωδών φυτών τύφα, με 15 περίπου είδη, ορισμένα από τα οποία φέρουν φύλλα που χρησιμοποιούνται στην καλαθοπλεκτική, στην κατασκευή καθισμάτων κ.ά. προϊόντων και είναι γνωστά σήμερα με τις κοινές ονομασίες ψάθα ή ψαθί
μσν.
είδος τιάρας.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. τύφη ανάγεται σε ΙΕ ρίζα tū-bh- «φουσκώνω» (πρβλ. και τύλη, τύμβος) και συνδέεται με τα: λατ. tūber «οίδημα, όγκωμα», αρχ. νορβ. pūfa «γήλοφος», αγγλοσαξ. pūf «τούφα φύλλων, λοφίο». Η Λατινική δανείστηκε από την Γερμανική τη λ. tūfa «λοφίο», από όπου το μσν. τύφη «είδος τιάρας» και το νεοελλ. τούφα].

Greek Monotonic

τύφη: ἡ, είδος χόρτου που χρησιμοποιούνταν στο γέμισμα των στρωμάτων κρεβατιών.

Middle Liddell

τύφη, ἡ,
a plant used for stuffing beds.

Frisk Etymology German

τύφη: (υ?)
{túphē}
Grammar: f.
Meaning: N. einer zum Ausstopfen von Polstern und Betten verwendeten Pflanze, Typha angustata (Thphr., Str., Dsk.), Bez. einer Kopfbekleidung (Tz.; vgl. lat. tūfa unten); -ήρης ‘aus τ. gemacht’ (AP).
Etymology : Altererbtes Wort mit nahen Verwandten in lat. tūber, -eris n. Höcker, Beule, Geschwulst, Knorren am Holz (vgl. zur Bildung gibber, ūber, later), in germ., z.B. anord. þūfa f. Rasenhügel, ags. þūf m. Laubbüschel, Banner aus Federbüschen. Aus dem Germ. lat. tūfa Art Helmbüschel u.a.m.; dazu mgr. τοῦφα Helmbusch, ngr. epir. τοῦφα dichtes Bund Gras (illyr.?); idg. *-bh- neben tu-l- in τύλη (s.d.), tu-m- in lat. tumulus (s. τύμβος). — WP. 1, 712f., Pok. 1080f., W.-Hofmann s. 1. tūber und tūfa.
Page 2,949