Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

υποψία

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

η / ὑποψία, ΝΜΑ, και ιων. τ. ὑποψίη, και ὑφοψία, Α ὕποπτος
το να υποπτεύεται κανείς κάποιον ή κάτι, έλλειψη εμπιστοσύνης, υπόνοια, δυσπιστία, αμφιβολία (α. «έχω υποψίες ότι δεν είναι αυτός που φαίνεται» β. «ὑποψίας μεστός», Λυσ.)
αρχ.
1. ζηλότυπη επικριτική επαγρύπνηση («τὴν πρὸς ἀλλήλους τῶν καθ' ἡμέραν ἐπιτηδευμάτων ὑποψίαν», Θουκ.)
2. φόβος, ανησυχία, αγωνία
3. καθετί το φοβερό («ἡδὺς ὁ βίος, τὸ ζῆν γλυκύ, τὸ θανεῑν ὑποψία», επιγρ.)
4. φρ. α) «ὑποψίαν λαμβάνω κατάὑπέρ] τινος» και «δι' ὑποψίας ἔχω τινά» — υποψιάζομαι κάποιον
β) «ὑποψία γίγνεται [ή εισέρχεται] τινι» — γεννιέται υποψία εναντίον κάποιου
γ) «εἰς ὑποψίαν καθίστημί τινα» — φέρνω κάποιον σε υπόνοια (Θουκ.)
δ) «ἡ πρώτη ὑποψία»
αστρον. η πρώτη φορά που ο παρατηρητής έχει την εντύπωση ότι είδε την αναλαμπή ενός αστέρα που ανατέλλει (Πτολ.).