Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

υπόνοια

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

η / ὑπόνοια, ΝΑ ὑπονοῶ
1. ιδέα που σχηματίζεται από ενδείξεις μόνον και όχι από αποδείξεις, εικασία
2. υποψία (α. «έχω την υπόνοια ότι προσπαθεί να μάς κοροϊδέψει» β. «ὑπόνοιαι πλασταί εἰσι καὶ προφάσεις ἄδικοι καὶ πονηρίαι», Δημοσθ.)
νεοελλ.
1. συνεκδ. αμφιβολία, αβεβαιότητα
2. φρ. «μια υπόνοια»
μτφ. πολύ μικρή ποσότηταθέλω μια υπόνοια ζάχαρη στον καφέ μου»)
αρχ.
1. σκέψη που δεν εκφράζεται, δεν διατυπώνεται
2. ο βαθύτερος, αληθινός σκοπός
3. η βαθύτερη έννοια τών μύθων και τών αλληγοριών
4. υποκίνηση, παρακίνηση
5. υπαινιγμός, νύξη
6. καταλογισμός ευθυνών
7. (κατά τον Ησύχ.) «ὑπερηφανία, θράσος»
8. φρ. α) «καθ' ὑπόνοιαν» και «δι' ὑπονοιῶν» — συγκεκαλυμμένα (Πολ.)
β) «καθ' ὑπόνοιαν» — αντίθετα με αυτό που αναμενόταν (Κόιντ.).