Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φαρμακώδης

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: φαρμᾰκώδης Medium diacritics: φαρμακώδης Low diacritics: φαρμακώδης Capitals: ΦΑΡΜΑΚΩΔΗΣ
Transliteration A: pharmakṓdēs Transliteration B: pharmakōdēs Transliteration C: farmakodis Beta Code: farmakw/dhs

English (LSJ)

ες,

   A of the nature of a φάρμακον,    1 medicinal, Arist.HA624a18, Mir.835b32, Pr.863b32; γάλα Thphr.HP9.15.4 (Sup.); χυμοί Id.CP6.4.6 (Comp.); ποτήματα Sor.2.29; τὰ -ωδέστερα φάρμακα ib.33.    2 poisonous, Plu.Ant. 47, 2.974c; poisoned, τοξεύματα Dsc.3.80; τὸ φ. Plu.2.17b.    3 of places, rich in medicinal herbs, Thphr.HP9.15.4 (Posit. and Sup.).

German (Pape)

[Seite 1257] ες, von der Art eines φάρμακον, einem Arzneimittel, Gifte, Zaubermittel ähnlich, Theophr. u. A.; ὕδωρ, heilsam, Plut. Ant. 47.

Greek (Liddell-Scott)

φαρμᾰκώδης: -ες, (εἶδος) ὁ ἔχων τὴν φύσιν ἢ τὰς ἰδιότητας φαρμάκου, 1) θεραπευτικός, ἰαματικός, Ἀριστ. π. τὰ. Ζ. Ἱστ. 9. 40, 10, π. Θαυμ. 77, Προβλ. 1. 40, Θεόφρ. τὸ φαρμ. Πλούτ. 2. 17Β. 2) δηλητηριώδης, ὁ αὐτ. ἐν Ἀντων. 47., 2. 974C, κλπ.

French (Bailly abrégé)

ης, ες :
de la nature d’une drogue, d’où
1 médicinal, salutaire ; τὸ φαρμακώδες PLUT les drogues, les remèdes;
2 vénéneux, empoisonné.
Étymologie: φάρμακον, -ωδης.

Greek Monolingual

-ες / φαρμακώδης, -ῶδες, ΝΑ [[[φάρμακο]](ν)]
1. αυτός που έχει φαρμακευτικές ιδιότητες, θεραπευτικός
2. δηλητηριώδης
αρχ.
1. δηλητηριασμένος
2. (για τόπο) πλούσιος σε φαρμακευτικά βότανα
3. βαφικός
4. το ουδ. ως ουσ. τὸ φαρμακῶδες·πικρή γεύση, φαρμακίλα.

Greek Monotonic

φαρμᾰκώδης: -ες (εἶδος),
1. αυτός που ταιριάζει στη φύση του φαρμάκου, θεραπευτικός, σε Αριστ.
2. δηλητηριώδης, σε Πλούτ.

Russian (Dvoretsky)

φαρμᾰκώδης:
1) целительный, целебный (ἀλοιφή Arst.);
2) словно отравленный, т. е. нездоровый, негодный для питья (ὕδωρ Plut.);
3) похожий на лекарство, т. е. неприятный на вкус (ὥσπερ ἀλόη Plut.).

Middle Liddell

φαρμᾰκ-ώδης, ες εἶδος
1. of the nature of a φάρμακον, medicinal, Arist.
2. poisonous, Plut.