Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φιλονικία

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: φῐλονῑκία Medium diacritics: φιλονικία Low diacritics: φιλονικία Capitals: ΦΙΛΟΝΙΚΙΑ
Transliteration A: philonikía Transliteration B: philonikia Transliteration C: filonikia Beta Code: filoniki/a

English (LSJ)

ἡ,

   A love of victory, rivalry, contentiousness, mostly in bad sense, φ. ἕνεκα τῆς αὐτίκα Th.1.41, cf. 3.82; φ. ἀνόητος Democr.237; φ. ἢ φιλοτιμίας ἕνεκα Pl.Lg.860d, cf. Alc.1.122c; ἐκ μέθης καὶ φιλονικίας Lys.3.43; διὰ στάσιν καὶ τὴν πρὸς ἀλλήλους φ. Id.33.4; εἰς πόλεμον καταστᾶσαι πρὸς ἀλλήλας καὶ φ. Isoc.12.158; ἡ πρὸς ἀλλήλους ἔρις καὶ φ. D.9.14, cf. Pl.Ti.88a; ἀλλά τίς με φ. εἴληφεν πρὸς τὰ εἰρημένα Id.La. 194a; ὑπὸ τῆς πρὸς τἀμὰ ἔργα φ. X.Cyr.8.7.12; οὐ φιλονικίᾳ γε ἐρωτῶ Pl.Grg.515b; ἐάν τις φιλονικίᾳ κριθῇ . . δρᾶν, τεθνάτω Id.Lg.938c; εἰς τοσοῦτον φιλονικίας ἐλθεῖν πρὸς τὴν πόλιν, ὥστε . . Id.Mx.243b; ἐγένετο φ. ἐν αὐτοῖς τὸ τίς αὐτῶν δοκεῖ εἶναι μείζων Ev.Luc.22.24: pl., φ. καὶ φιλοτιμίαι Pl.R.548c, cf. Ti.90b, D.18.246; περὶ ὁπόσων ἂν ἐγγένωνται ἀνθρώποις φ. X.Cyr.2.1.22; αἱ περὶ τὰς χορηγίας φ. Isoc. 7.53; φ. καὶ στάσεις Arist.Pol.1308a31.    2 in good sense, competition, emulation, emulous eagerness, ἔστω τούτων . . κατὰ νόμον ἅμιλλά τε καὶ φ. Pl.Lg.834c; φ. αὐτοῖς ἔμβαλλε X.Cyr.7.1.18; φιλονικίας ἐμποιεῖν περὶ τῶν καλῶν ἔργων ib.8.2.26; φ. ἐνέβαλε πρὸς ἀλλήλους τισί Id.Ages.2.8; esp. in the games, πολλὴ φ. ἐγίγνετο X.An.4.8.27, cf. Lac.4.2; διὰ φιλονικίαν Id.Hier.9.6; τῶν ἐργατῶν φ. πρὸς ἀλλήλους καὶ φιλοτιμία Id.Oec.21.10, cf. SIG685.12,36 (Magn. Mae., ii B. C., found in Crete).—On the form φιλονεικία, v. φιλόνικος fin.

German (Pape)

[Seite 1283] ἡ, das Streben nach dem Siege od. Vorrange, Isocr. 4, 19 und 5, 5 nach Bekker, vulg. -νεικία.

Greek Monolingual

και φιλονεικία, η, ΝΜΑ φιλόνικος / φιλόνεικος]]
1. εριστική διάθεση
2. λογομαχία, καβγάς
αρχ.
(με θετ. σημ.) άμιλλα, συναγωνισμός («ἔστω τούτων... κατὰ νόμον ἅμιλλά τε καὶ φιλονεικία», Πλάτ.).

Russian (Dvoretsky)

φιλονῑκία: ἡ (часто v. l. к φιλονεικία) стремление одержать победу: φιλονικίας ἕνεκα τῆς αὐτίκα Thuc. из стремления к немедленной победе.