Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φιλόνικος

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: φῐλόνῑκος Medium diacritics: φιλόνικος Low diacritics: φιλόνικος Capitals: ΦΙΛΟΝΙΚΟΣ
Transliteration A: philónikos Transliteration B: philonikos Transliteration C: filonikos Beta Code: filo/nikos

English (LSJ)

ον,

   A fond of victory, contentious.    1 in bad sense, οὔτε δύσηρις ἐὼν οὔτ' ὦν φ. ἄγαν Pi.O.6.19 (-νεικ- codd. vett.); φ. ἐστι πρὸς ὃ ἂν ὁρμήσῃ Pl.Prt.336e; coupled with φιλότιμος, Id.R.545a, 582e (v.l. -νεικ-), cf. 550b; ἐπίπονον καὶ φ. καὶ φιλότιμον . . καταστήσας τὸν βίον Lys.2.16.    2 in good sense, of spirited horses, X.Eq.9.8 (Sup.): of persons, φ. πρὸς τὸ μὴ ἐλλείπεσθαι Id.Mem.2.6.5, cf. Plu.Ages.2 (Sup.); τὸ φ., = φιλονικία, ἔσῳζον τὸ φ. ἐν ταῖς ψυχαῖς X.Cyr.7.5.64. Adv. -κως in eager rivalry, παραθεῖν Id.Cyn.6.16; φ. ἔχειν πρὸς ἀλλήλους Id.Cyr.3.3.57, 8.4.4; φ. ἔχειν πρὸς τὸ εἰδέναι Pl.Grg.505e; opp. ἀνθρωπίνως, D.Ep.3.41. (In codd. the forms φιλόνικος, -νικέω, -νικία and φιλόνεικος, -νεικέω, -νεικία occur, without any distn. of meaning, e.g. in Isoc. we find περὶ τῶν καλλίστων ἐφιλονίκησαν 4.85, but τὰς θεὰς περὶ τοῦ κάλλους φιλονεικούσας 10.48; μὴ δύσερις ὢν... μηδὲ πρὸς πάντας φιλόνικος 1.31; τῆς πρὸς ἡμᾶς φιλονικίας 4.19, but φιλονεικία in the same sense, 12.158; φιλόνῑκος is implied by Arist.Rh.1389a12 (where -νεικ-, though found in good codd., as also in 1363b1, 1368b21, 1370b33, Phgn. 809b35, must be f.l.), καὶ φιλότιμοι μέν εἰσι [οἱ νέοι], μᾶλλον δὲ φιλόνικοι· ὑπεροχῆς γὰρ ἐπιθυμεῖ ἡ νεότης· ἡ δὲ νίκη ὑπεροχή τις, cf. Poll. 1.178, AB315; the compd. of φιλο- and νεῖκος would be Φιλονεικής; the sense

   A contentious arises naturally from fond of victory; in SIG 685 (v. φιλονικία sub fin.) we have φιλονικίαν Il.12,36, and φιλονικίᾳ in OGI335.7 (Pergam., decree of Pitane, ii B. C.); -νῑκ- is also found in late documents, as POxy.157.1 (vi A. D.).)

German (Pape)

[Seite 1283] den Sieg liebend, übh. nach dem Vorrange, Vorzuge strebend; Xen. Mem. 3, 4,3; Isocr. 1, 30 nach Bekker, vulg. -νεικος.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui aime à vaincre.
Étymologie: φίλος, νίκη.

English (Slater)

φῐλόνῑκος
   1 victory-loving, aspiring οὔτε δύσηρις ἐὼν οὔτ' ὦν φιλόνικος ἄγαν (Cobet, cf. Isoc., 1. 31: φιλόνεικος codd.: nam a νεῖκος dici oportebat φιλονεικής, Bergk) (O. 6.19)

Greek Monolingual

και φιλόνεικος, -η, -ο / φιλόνικος και φιλόνεικος, -ον, ΝΜΑ
αυτός που του αρέσει να φιλονικεί, φίλερις, καβγατζής
αρχ.
1. (με θετική σημ.) φιλότιμος («ἀντὶ φιλονείκων καὶ φιλοτίμων ἀνδρῶν φιλοχρήματοι τελευτῶντες ἐγένοντο», Πλάτ.)
2. (το ουδ
ως ουσ.) τὸ φιλόνικον και φιλόνεικον
α) φιλονικία
β) άμιλλα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < φιλ(ο)- + -νικος (< νίκη), πρβλ. ἀριστό-νικος. Το επίθ., όπως και τα παράγωγά του, χρησιμοποιήθηκε και με θετ. σημ. «αυτός που αγαπά τη νίκη, φιλότιμος, φιλόδοξος» και με αρνητική σημ. «αυτός που αγαπά τις έριδες». Εξαιτίας της αρνητικής σημ. μάλιστα, συχνά οι τ. φιλόνικος, φιλονικία, φιλονικῶ απαντούν και με δ. γρφ. με -ει-, κατά παρετυμολ. επίδραση της λ. νεῖκος «έριδα», από όπου όμως σχηματίζονται σύνθ. σε -νεικής > -νείκεια].

Russian (Dvoretsky)

φιλόνῑκος: жаждущий победы Arst. (часто v. l. к φιλόνεικος).