Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αὐτίκα

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: αὐτίκᾰ Medium diacritics: αὐτίκα Low diacritics: αυτίκα Capitals: ΑΥΤΙΚΑ
Transliteration A: autíka Transliteration B: autika Transliteration C: aftika Beta Code: au)ti/ka

English (LSJ)

[ῐ], Adv.

   A forthwith, at once, in a moment, which notion is strengthd. by Hom. in αὐ. νῦν, μάλ' αὐ. on the spot, Od.10.111, al.: c. part., αὐτίκ' ἰόντι immediately on his going, 2.367; beginning a sentence, Sapph.Supp.20a.13: in Prose, αὐ. γενόμενος as soon as born, Hdt.2.146; αὐ. μάλα Id.7.103, IG12.39.47, Pl.Prt.318b; αὐ. δὴ μάλα presently (at the end of a sentence), D.21.19,23; αὐ. νυκτός Theoc.2.119.    2 now, for the moment, αὐ. καὶ μετέπειτα Od.14.403; ὁ μὲν αὐτίχ' ὁ δ' ἥξει A.Ch.1020; ἡδὺ μὲν γὰρ αὐ… ἐν δὲ χρόνῳE.Andr.781 (lyr.); Th. opposes τὸ αὐ. and ὁ μέλλων πόλεμος 1.36, cf. 2.41: with a Subst., τὴν μὲν αὐτίχ' ἡμέραν S.OC433; ὁ αὐ. φόβος momentary fear, Th.3.112, cf. 1.41,124.    3 in a slightly future sense, immediately, presently, αὐτίκ' ἀκούσεσθε D.19.17, cf. S.Ph.14, 1001, Ar.Pl.347, etc.; opp. νῦν, Pl.Grg.459c, R.420c; ἐμπέπτωκεν εἰς λόγους οὓς αὐ. μᾶλλον… ἁρμόσει λέγειν D.18.42.    II for example, to begin with, Hp.Epid.1.25, Acut.16; αὐ. γὰρ ἄρχει διὰ τίν' ὁ Ζεύς; Ar.Pl.130, cf. Au.166,574, Pl.Prt.395e, R.340d, Dialex.2.2, al.; αὐ. δὴ μάλα for example now, D.25.29; at any rate, Plu.2.1137d.    III = αὖθις, Arat.880, 1076 (but = εὐθέως, Sch.).

Greek (Liddell-Scott)

αὐτίκᾰ: [ῐ], ἐπίρρ. (αὐτὸς) εὐθύς, πάραυτα,παραχρῆμα, αὐτίκα δ᾿ ἔγνω Παλλάδ᾿ Ἀθηναίην Ἰλ. Α. 199· αὐτίκα γὰρ μνήσονται Ἀχαιοὶ πατρίδος αἴης Δ. 172· καὶ μετ᾿ ἐπιτάσεως, ἡ δὲ μάλ᾿ αὐτίκα πατρὸς ἐπέφραδεν ὑψερεφὲς δῶ Ὀδ. Κ. 111· Κάλχας δ᾿ αὐτίκ᾿ ἔπειτα θεοπροπέων ἀγόρευσε Ἰλ. Β. 322, κτλ.· μετὰ μετοχ., οἱ δὲ τοι αὐτικ᾿ ἰόντι κακὰ φράσσονται ὀπίσσω, μόλις ἐπέλθῃς, Ὀδ. Β. 367· οὕτω καὶ παρὰ πεζοῖς, αὐτίκα γενόμενος, εὐθὺς ὅτε ἐγεννήθη, Ἡροδ. 2. 146· αὐτίκα μάλα ὁ αὐτ. 7. 103, Πλάτ. Πρωτ. 318Β· αὐτίκα δὴ μάλα, εὐθύς, ἀμέσως (ἐν τέλει περιόδου), Δημ. 521. 7., 522. 14, κτλ. 2) νῦν, ἐν τῷ παρόντι, ἅμα τ᾿ αὐτίκα καὶ μετέπειτα Ὀδ. Ξ. 403· ὁ μὲν αὐτιχ᾿ , ὁ δ᾿ ἥξει Αἰσχύλ. χο. 1020· ἡδὺ μὲν γὰρ αὐτίκα..., ἐν δὲ χρόνῳ, κτλ., Εὐρ. Ἀνδρ. 780· οὕτω παρὰ Θουκυδ. (1. 36) ἀντιτίθεται τὸ αὐτίκα πρὸς τὸ μέλλον, πρβλ. 2. 41: ― μετ᾿ οὐσιαστ., τὴν μὲν αὐτιχ᾿ ἡμέραν Σοφ. Ο. Κ. 433· ὁ αὐτίκα φόβος, ὁ στιγμιαῖος φόβος, Θουκ. 4. 108, πρβλ. 1. 41, 124, Δημ. 346. 10. 3) ὡσαύτως ἐπὶ μελλοντικῆς πως ἐννοίας, ἐν βραχεῖ, μετ᾿ οὐ πολύ, Λατ. mox, Σοφ. Φ. 14, 1001, Ἀριστοφ. Πλ. 347, κτλ.· ἀντιτίθεται τῷ νῦν, Πλάτ. Γοργ. 495C, Πολ. 420C· ἐμπέπτωκεν εἰς λόγους οὓς αὐτίκα μᾶλλον... ἁρμόσει λέγειν Δημ. 240. 2. 4) αὐτίκα τε... καὶ... ὡς τὸ ἅμα τε... καὶ..., εὐθὺς ὡς, Λατ simul ac, Ἡροδ. ΙΙ. ἐπὶ παραδείγματι, καὶ λοιπόν, λοιπόν, αὐτίκα γὰρ ἄρχει διὰ τίν᾿ ὁ Ζεύς; Ἀριστοφ. Πλ. 130, πρβλ. Ὄρν. 166, 573, Πλάτ. Πρωτ. 359D, Πολ. 340 D, κτλ.· αὐτίκα δὴ μάλα, παραδείγματος χάριν τώρα, Δημ. 778. 25: ― ἡ χρῆσις αὕτη εἶναι μόνον Ἀττ., ἴδε Koen Γρηγόρ. Κορίνθου σ. 416, Ruhnk. Τίμ. σ. 56, καὶ πρβλ. εὐθύς. ΙΙΙ. = αὗθις, Ἄρατ. 880, 1076. (Ὁ Βουττμ. (Λεξίλ. ἐν λ. εὗτε σημ. 1) παράγει τὸ αὐτίκα ἐκ τοῦ: τὴν αὐτὴν ἴκα προϋποθέτων ὅτι ὑπῆρχε παλαιά τις λέξις *ἴξ, Ϝίξ, ἀντιστοιχοῦσα πρὸς τὴν Λατ. vice, vices: - ἀλλ’ ἴδε Hartung Partik 1. 157).

French (Bailly abrégé)

adv.
I. avec idée de temps à l’instant même, aussitôt, sur-le-champ :
1 pour marquer le présent ; αὐτίκα νῦν maintenant même, dès à présent ; μάλ’ αὐτίκα, αὐτίκα μάλα tout de suite ; αὐτίκ’ ἔπειτα IL, OD puis aussitôt ; αὐτίκ’ ἐπεί IL, OD aussitôt que ; avec un part. : αὐτίκ’ ἰόντι OD au moment même où tu vas partir ; αὐτίκα γενόμενος HDT aussitôt que né ; αὐτίκα καλυψαμένη ὡρμᾶτο IL aussitôt habillée, elle s’élança ; entre l’art. et le subst.αὐτίκα φόβος THC la crainte du moment ; ἡ αὐτίχ’ ἡμέρα SOPH le jour d’aujourd’hui ; τὸ αὐτίκα THC le moment présent;
2 pour marquer une idée de futur très proche bientôt, tantôt;
II. tout de même, pareillement, par exemple : αὐτίκα γάρ AR par exemple en effet.
Étymologie: αὖτε, -ικα.

English (Autenrieth)

(αὐτός): forthwith, straightway.

English (Slater)

αὐτῐκα
   1 at once, suddenly ἔννεπε κρυφᾷ τις αὐτίκα φθονερῶν γειτόνων (O. 1.47) θανόντων μὲν ἐνθάδ' αὐτίκ ἀπάλαμνοι φρένες ποινὰς ἔτεισαν (O. 2.57) ξείνων δ' εὖ πρασσόντων, ἔσαναν αὐτίκ ἀγγελίαν ποτὶ γλυκεῖαν ἐσλοί (O. 4.5) ἦλθεν δ' Ἴαμος ἐς φάος αὐτίκα (O. 6.44) ἐκέλευσεν δ' αὐτίκα (O. 7.64) ἐξ ὀνείρου δαὐτίκα ἦν ὕπαρ (O. 13.66) τάφε δ' αὐτίκα (P. 4.95) αὐτίκα δ' Ἀελίου θαυμαστὸς υἱὸςἔννεπεν (P. 4.241) αὐτίκα δ' ἐκ μεγάρων Χίρωνα προσήνεπε φωνᾷ (P. 9.29) “ἵνα οἱ χθονὸς αἶσαν αὐτίκα συντελέθειν ἔννομον δωρήσεται” (P. 9.57) ἔστασεν γὰρ ἅπαντα χορὸν ἐν τέρμασιν αὐτίκ' ἀγῶνος (P. 9.114) ἐπεὶ σπλάγχνων ὕπο ματέρος αὐτίκα θαητὰν ἐς αἴγλαν παῖς Διὸς ὠδῖνα φεύγων μόλεν (N. 1.35) ἐξύφαινε, γλυκεῖα, καὶ τόδ' αὐτίκα, φόρμιγξ, Λυδίᾳ σὺν ἁρμονίᾳ μέλος (N. 4.44) αὐτίκα γὰρ ἦλθε Λήδας παῖς διώκων (N. 10.65) ὣς ἦρα εἰπὼν αὐτίκα ἕζετ (I. 6.55) “ἰόντων δ' ἐς ἄφθιτον ἄντρον εὐθὺς Χίρωνος αὐτίκ ἀγγελίαι” (I. 8.41) ]ἀδαυτικ[ dub. P. Oxy. 2445. fr. 28.

Spanish (DGE)

(αὐτίκᾰ) • Alolema(s): lesb. αὔτῐκα Sapph.31.10; jón. eretr. ἀοτίκα Lyr.Adesp.15
I ref. a un futuro inmediato
1 inmediatamente, al punto, en seguida φάτο γὰρ τείσεσθαι ἀλείτην· αὐ. ... ἆλτο χαμάζε Il.3.29, αὐ. δ' ... ὁρμᾶτ' ἐκ θαλάμοιο Il.3.141, αὐ. ἀντὶ πυρὸς τεῦξεν κακὸν ἀνθρώποισιν Hes.Th.570, αὔ. χρῷ πῦρ ὐπαδεδρόμακεν Sapph.l.c., de los efectos del vino ἀνδράσι δ' ὑψοτάτω πέμπει μερίμνας· αὐ. μὲν πολίων κράδεμνα λύει B.Fr.20b.11, καὶ αὐ. τε πλέα γίνεται ταῦτα καὶ παραχρῆμα ἰχθύων σμικρῶν πίμπλαται Hdt.2.93, αὐτίχ' αἱρήσειν δοκῶ S.Ph.14, AX. οὐ μὴν ἐπ' ἀκταῖς γ' ἐστί κωπήρης στρατός ... ΟΔ. ἀλλ' αὐ. (Aq.) no hay sobre la orilla ningún ejército de remeros. (Ul.) pero inmediatamente (lo habrá), E.Fr.149.18Au., αὐτίκ' ἀκούσεσθε D.19.17, cf. Il.4.140, Od.3.54, Hes.Op.219, Corinn.1.1.19, Lyr.Adesp.l.c., S.Ph.14
c. part. en seguida, luego de τοι αὐτίκ' ἰόντι en cuanto tú te vayas, Od.2.367, αὐ. πὰρ Διὶ πατρὶ καθεζομένη luego de sentarse junto a su padre Zeus Hes.Op.259, αὐ. γενόμενος en seguida, luego de nacer Hdt.2.146
seguido de νῦν ahora, ahora mismo τῶν οἱ ἔπειτ' ἀνελὼν δόμεναι καὶ μεῖζον ἄεθλον, ἠὲ καὶ αὐ. νῦν Il.23.552, ὄφρα τοι αὐ. νῦν δυοκαίδεκα βοῦς ... ἱερεύσομεν Il.6.308, οὕτω δὴ οἶκόνδε ... αὐ. νῦν ἐθέλεις ἰέναι; Od.5.205
tb. reforz. por μάλα: μάλ' αὐ. πατρὸς ἐπέφραδεν ὑψερεφὲς δῶ Od.10.111, ἐθελήσεις αὐ. μάλα πρὸς ἄνδρας δέκα μάχεσθαι; Hdt.7.103, διέξειμι πρὸς ὑμας αὐ. δὴ μάλα D.21.19, cf. 21.23, Plb.1.4.8
c. gen. temp. αὐ. νυκτός en cuanto se hizo de noche Theoc.2.119
respondiendo a ἐπεί: ἐπεί ῥ' ὄμοσεν ... αὐτίκ' ἔπειτα οἱ οἶνον ἐν ἀμφιφορεῦσιν ἄφυσσεν Od.2.379, οἱ δ' ἐπεὶ παλίμπορον φυγὴν ἔθεντο ... αὐ. μὲν ... ἄκοντας ἐκ χειρῶν ἔριπτον Tim.15.164.
2 op. a ‘ahora’ y a ‘antes’ más tarde, luego πλάγια γὰρ φρονεῖς, τὰ μὲν νῦν, τὰ δὲ πάλαι, τὰ δ' αὐ. E.IA 332, αὐ. ἐπισκεψόμεθα ... νῦν δὲ τόδε πρότερον σκεψώμεθα Pl.Grg.459c, αὐ. δὲ τὴν ἐναντίαν σκεψόμεθα Pl.R.420c.
3 también σκέπτεο δ' ἢ ἀνιόντος ἢ αὐ. δυσμένοιο Arat.880, cf. 840, χαίρει καὶ γεράνων ἀγέλαις ... ἀροτρεὺς ὥριον ἐρχομέναις, ὁ δ' ἀώροις αὐ. μᾶλλον Arat.1076.
II 1op. al fut. ahora, en el momento presente αὐ. καὶ μετέπειτα Od.14.403, μόχθος δ' ὁ μὲν αὐτίχ', ὁ δ' ἥξει un dolor está presente, otro vendrá A.Ch.1020, ἡδὺ μὴν γὰρ αὐ. ... ἐν δὲ χρόνῳ τελέθει ξηρόν E.Andr.781
subst. τὸ αὐ. la actualidad, el presente τὸ δ' αὐτίχ' ... ἐσαῦθις ἔβλαψ' E.Supp.414, μὴ φοβηθέντες τὸ αὐ. δεινόν Th.1.124, ἔς τε τὸ μέλλον ... ἔς τε τὸ αὐ. Th.2.64
como adj. c. art. τὴν μὲν αὐτίχ' ἡμέραν el día de hoy S.OC 433, φιλονικίας ἕνεκα τῆς αὐ. Th.1.41, ἡ αὐ. δουλεία Th.6.80, ὁ αὐ. φόβος el miedo actual Th.3.112.
2 en enumeraciones para empezar, en primer término αὐτίκ' ἐγὼ πρῶτος κελόμην θεὸν ἱλάσκεσθαι Il.1.386
por ejemplo αὐ. ὕδωρ βαθὺ εἰς πολλὰ χρήσιμον καὶ δαὖτε κακόν Democr.B 172, αὐ. γὰρ ὅταν πολέμια σώματα ... Gorg.B 11.16, αὐ. γὰρ συνεχὴς (πυρετός) ἔστι οἷσι ... Hp.Epid.1.25, αὐ. ἐκεῖ παρ' ἡμῖν ... Ar.Au.166, ἐπεὶ αὐ. ἰατρὸν καλεῖς ... Pl.R.340d.

• Etimología: Prob. comp. de αὐτός q.u. y -κα, el mismo elemento que aparece en τηνίκα, ἡνίκα, etc.

Greek Monolingual

(AM αὐτίκα) επίρρ.
ευθύς, αμέσως, στη στιγμή
μσν.
τότε
αρχ.
1. μόλις, ευθύς
2. τώρα, αυτή τη στιγμή
3. εντός ολίγου, σε λίγο
4. παραδείγματος χάριν
5. οπωσδήποτε
6. (με άρθρο) α) «ὁ αὐτίκα φόβος»
στιγμιαίος φόβος
«ἡ αὐτίκα ἡμέρα» — αυτή η ημέρα
γ) τὸ αὐτίκα
το παρόν.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ομηρικός και ιωνικός τ., που ετυμολογικά συνδέεται με τα αυ, αύτι-ν, αυτός, φέρει δε το ίδιο ληκτικό μόρφημα -κα με τα ηνί-κα, ό-κα, πό-κα, τηνί-κα].

Greek Monotonic

αὐτίκᾰ: [ῐ], επίρρ. (αὐτός
I. 1. πάραυτα, αυτοστιγμεί, αμέσως, σε Όμηρ. κ.λπ.· αυτή η σημασία ενισχύεται με τα αὐτίκα νῦν, μάλ' αὐτίκα, σε Ομήρ. Οδ.· με μτχ., αὐτίκ' ἰόντι, αμέσως όταν πήγαινε, στο ίδ.· ομοίως, αὐτίκα γενόμενος, αμέσως όταν γεννήθηκε, σε Ηρόδ.· αὐτίκα καὶ μετέπειτα, τώρα και στην άλλη ζωή, σε Ομήρ. Οδ.· ομοίως, τὸαὐτίκα και τὸ μέλλον, σε Θουκ.· με ουσ., τὴν αὐτίχ' ἡμέραν, σε Σοφ.· ὁ αὐτίκα φόβος, ο στιγμιαίος φόβος, σε Θουκ.
2. επίσης με αδύναμη σημασία, σύντομα, Λατ. mox, σε Σοφ. κ.λπ.
II. για παράδειγμα, για να ξεκινήσουμε..., σε Αριστοφ., Πλάτ. κ.λπ.· αὐτίκα δὴμάλα, σε Δημ.

Russian (Dvoretsky)

αὐτίκᾰ: (ῐ)
1) тотчас же, теперь же, немедленно: μαλ᾽ αὐ. Hom. или αὐ. μόλα Her., Plat. сразу же, вдруг, внезапно; ὁ αὐ. Thuc., Xen. мгновенный, внезапный; ἡ αὐ. ἡμέρα Soph. и τὸ αὐ. Thuc. нынешний день, настоящее;
2) как только: αὐ. καλυψαμένη Her. едва только окутавшись; αὐ. γενόμενος Her. тотчас же после рождения; αὐ. νυκτός Thuc. с наступлением ночи;
3) вот например: αὐ. περὶ οὗ ὁ λόγος Plat. да взять к примеру того, о ком речь.

Frisk Etymological English

Grammatical information: adv.
Meaning: immediately (Il.).
Origin: GR [a formation built with Greek elements]
Etymology: For the ending cf. τηνίκα, ἡνίκα, πόκα, ὅκα etc.; for the first element s. αὖ, αὖτι-ν, and esp. αὑτός. Cf. ἐξαυτῆς id. (Thgn.) from ἐξ αὐτῆς τῆς ὁδοῦ (Wackernagel, Spr. Unt. 41 n. 4). S. Schwyzer 629 Zus. 1, Monteil, Phrase relative 296.

Middle Liddell

αὐτός
I. forthwith, straightway, at once, Hom., etc.; which notion is strengthened in αὐτίκα νῦν, μάλ' αὐτίκα Od.; c. partic., αὐτίκ' ἰόντι immediately on his going, Od.; so, αὐτίκα γενόμενος as soon as born, Hdt.; αὐτίκα καὶ μετέπειτα now and hereafter, Od.; so, τὸ αὐτίκα and τὸ μέλλον, Thuc.:—with a Subst., τὴν αὐτίχ' ἡμέραν Soph.; ὁ αὐτίκα φόβος momentary fear, Thuc.
2. also in a slightly future sense, presently, Lat. mox, Soph., etc.
II. for example, to begin with, Ar., Plat., etc.; αὐτίκα δὴ μάλα Dem.

Frisk Etymology German

αὐτίκα: {autíka}
Grammar: Adv.
Meaning: auf der Stelle, sogleich (seit Il.).
Etymology : Zeigt denselben Ausgang wie τηνίκα, ἡνίκα, πόκα, ὅκα usw.; zum Anfang vgl. αὖ, αὖτιν, auch αὐτός. Im einzelnen unklar, vgl. Schwyzer 629 Zus. 1 m. Lit.
Page 1,190