Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φρέσκο

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

(I)
το, Ν
1. δροσερός καιρός
2. ειρων. φυλακή («τους κλείσανε στο φρέσκο»).
[ΕΤΥΜΟΛ. Ουσιαστικοποιημένος τ. του ουδ. του επιθ. φρέσκος].
(II)
το, Ν
άκλ. (καλ. τεχν.) η νωπογραφία.
[ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. διεθνούς όρου, πρβλ. ιταλ. fresco].