Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χιλίαρχος

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: χῑλίαρχος Medium diacritics: χιλίαρχος Low diacritics: χιλίαρχος Capitals: ΧΙΛΙΑΡΧΟΣ
Transliteration A: chilíarchos Transliteration B: chiliarchos Transliteration C: chiliarchos Beta Code: xili/arxos

English (LSJ)

ὁ, A captain over a thousand, A.Pers.304: esp. commandant of a garrison, X.Cyr.8.1.14, Oec.4.7. II = χιλιάρχης ΙΙ, Plb.6.19.1, al., D.H.2.14, Inscr.Magn.157b (i A. D.), etc. (the usual form in this sense). 2 title of Persian court official, Plu.Art.5, Ael. VH1.21; also in Macedonia, D.S.18.48.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1355] ὁ, = χιλιάρχης, w. m. s.

Greek (Liddell-Scott)

χῑλίαρχος: ἴδε ἐν λ. χιλιάρχης.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
1 commandant de mille hommes;
2 à Rome tribun militaire;
3 chez les Perses et, plus tard, chez les Macédoniens le plus haut dignitaire de l’État après le roi, sorte de connétable ou de chancelier.
Étymologie: χίλιοι, ἄρχω.

English (Strong)

from χίλιοι and ἄρχω; the commander of a thousand soldiers ("chiliarch"; i.e. colonel: (chief, high) captain.

Greek Monolingual

ο, ΝΜΑ, και χειλίαρχος Α
στρ. διοικητής χιλίων ανδρών, χιλιαρχίας
νεοελλ.
(κατά την εποχή της Επανάστασης και, ιδίως, του Καποδίστρια) διοικητής μεγάλης στρατιωτικής μονάδας
αρχ.
1. (στους Πέρσες και στους Μακεδόνες) τίτλος αξιωματούχου της βασιλικής Αυλής («ἡ δὲ τοῦ χιλιάρχου τάξις καὶ προσαγωγὴ τὸ μὲν πρῶτον ὑπὸ τῶν Περσικῶν βασιλέων ἐς ὄνομα καὶ δόξαν προήχθη», Διόδ.)
2. (στους Ρωμαίους) διοικητής ρωμαϊκής λεγεώνας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < χιλι(ο)- + -αρχος].

Greek Monotonic

χῑλίαρχος: ὁ,
I. διοικητής σώματος χιλίων ανδρών, χιλίαρχος σε Αισχύλ., Ξεν.
II. χρησιμοποιήθηκε για να μεταφράσει το Ρωμ. tribunus militum, σε Πολύβ. κ.λπ.· επίσης, λέγεται για το tribuni militares consulari potestate, σε Πλούτ.

Russian (Dvoretsky)

χῑλίαρχος:
1) хилиарх, начальник тысячного отряда Aesch., Xen.; (у персов и македонян) первый министр Diod.;
2) (в Риме; лат. tribunus militum) военный трибун Polyb., Plut. или (tribunus militaris cunsulari potestate) военный трибун с консульской властью Plut.

Middle Liddell

χῑλί-αρχος, ὁ,
I. the commander of a thousand men, a chiliarch, Aesch., Xen.
II. used to translate the Roman tribunus militum, Polyb., etc.;—also of the tribuni militares consulari potestate, Plut.

Chinese

原文音譯:cil⋯arcoj 希利-阿而何士
詞類次數:名詞(22)
原文字根:千-原始
字義溯源:一千士兵的指揮官,千夫長,指揮官,將軍;由(χίλιοι)*=一千)與(ἄρχω)*=為首)組成
出現次數:總共(22);可(1);約(1);徒(18);啓(2)
譯字彙編
1) 千夫長(19) 可6:21; 約18:12; 徒21:31; 徒21:32; 徒21:33; 徒21:37; 徒22:24; 徒22:26; 徒22:27; 徒22:28; 徒22:29; 徒23:10; 徒23:15; 徒23:17; 徒23:18; 徒23:19; 徒23:22; 徒24:7; 徒24:22;
2) 將軍的(1) 啓19:18;
3) 眾千夫長(1) 徒25:23;
4) 將軍(1) 啓6:15

English (Woodhouse)

χιλίαρχος = captain of a thousand men, commander of a thousand men, military tribune

⇢ Look up "χιλίαρχος" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)