Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χλαμυδηφόρος

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: χλᾰμῠδηφόρος Medium diacritics: χλαμυδηφόρος Low diacritics: χλαμυδηφόρος Capitals: ΧΛΑΜΥΔΗΦΟΡΟΣ
Transliteration A: chlamydēphóros Transliteration B: chlamydēphoros Transliteration C: chlamydiforos Beta Code: xlamudhfo/ros

English (LSJ)

ὁ,

   A one who wears a χλαμύς, epith. of ephebi, Theoc.15.6, IGRom.4.360.25 (Pergam., ii A. D.).

German (Pape)

[Seite 1358] poet. statt χλαμυδοφόρος, eine χλαμύς tragend, ein Reiter, Theocr. 15, 6.

Greek (Liddell-Scott)

χλᾰμῠδηφόρος: ὁ, ὁ φορῶν χλαμύδα, ἱππεύς· μάλιστα ὡς ἐπίθ. τῶν ἐφήβων, Θεόκρ. 15. 6, Συλλ. Ἐπιγρ. 3538. 25, πρβλ. 35.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ, ἡ)
qui porte une chlamyde.
Étymologie: χλαμύς, φέρω.

Spanish

vestido con clámide

Greek Monolingual

ὁ, Α
(ιδίως για έφηβο) αυτός που φορεί χλαμύδα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < χλαμύς, -ύδος + -φόρος. Το -η- του τ. για μετρικούς λόγους, προς αποφυγή τών αλλεπάλληλων βραχειών συλλαβών].

Greek Monotonic

χλᾰμῠδηφόρος: ὁ, αυτός που φοράει χλαμύδα, έφιππος, ιππέας, λέγεται για εφήβους, σε Θεόκρ.

Russian (Dvoretsky)

χλᾰμῠδηφόρος: одетый в плащ (ἄνδρες Theocr.).

Middle Liddell

χλᾰμῠδη-φόρος, ὁ,
one who wears a χλαμύς, a horseman, cavalier, of the ephebi, Theocr.