Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀγοραστικός

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ἀγοραστικός Medium diacritics: ἀγοραστικός Low diacritics: αγοραστικός Capitals: ΑΓΟΡΑΣΤΙΚΟΣ
Transliteration A: agorastikós Transliteration B: agorastikos Transliteration C: agorastikos Beta Code: a)gorastiko/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A of or for traffic, commercial, Pl.Cra.408a; ἡ -κή (sc. τέχνη) traffic, commerce, Id.Sph.223c; τὸ ἀ. δίκαιον right of purchase, POxy.1268.16 (iii A.D.), 1475.14 (iii A. D.).

German (Pape)

[Seite 21] den Handel betreffend, Plat. τὸ δωρητικὸν καὶ τὸ ἀγ. μέρος τῆς ἀλλακτικῆς τέχνης, u. nachher ἀγοραστική sc. τέχνη, die Handelswissenschaft überhaupt, Cratyl. 407 e. Hermes sei τὸ ἀπατηλὸν ἐν λόγοις καὶ τὸ ἀγοραστικόν (sc. εἶναι); τὸ ἀγ. ist eine Abgabe, Curt. inscr. att. 1; ἀγοραστικῶς ἔχων Hes. u. Suid. Erkl. zu ὠνητιῶν.

Greek (Liddell-Scott)

ἀγοραστικός: -ή, -όν, ὁ ἀνήκων, ἢ ἐπιτήδειος εἰς τὸ ἐμπόριον, ἐμπορικός, Πλάτ. Κρατ. 408Α· ἡ -κὴ (ἐνν. τέχνη), ἐμπόριον, ὁ αὐτ. Σοφ. 223C· τὸ ἀγοραστικὸν ἦτο φόρος τις, Curt. Inscr. Att. 1. - Ἐπίρρ. -στικῶς, «ὠνητιῶν, ἀγοραστικῶς ἔχων», Ἡσύχ. καὶ Σουΐδ.

Spanish (DGE)

-ή, -όν
I ἀ. δίκαιον derecho de retracto, derecho de tanteo τὴν ὑπάρχουσάν μοι ... ἀγοραστικῷ δικαίῳ ... οἰκίαν PSI 1112.12 (III d.C.), cf. POxy.1539.6 (II d.C.), PSI 450.85 (II/III d.C.), POxy.1268.16 (III d.C.), οἰκία εἰσελθοῦσα εἰς ἡμᾶς ἀπὸ ἀγοραστικοῦ (sc. δικαίου) PPar.21bis.12 (VI d.C.).
II subst.
1 ἡ ἀ. el arte del comercio, el comercio Pl.Sph.223c.
2 τὸ ἀ. el carácter negociante, el chalaneo τὸ κλοπικόν τε καὶ τὸ ἀπατηλὸν ἐν λόγοις καὶ τὸ ἀ. Pl.Cra.408a.
3 τὸ ἀ. agorástico e.e. prob. impuesto o tasa sobre las transacciones en el ágora πόρον δὲ ὑπάρχ[ειν] τοῖς δημόταις εἰς τὴν θυσίαν τ[ὸ γενό] μενον αὐτοῖς ἀγοραστικόν IRhamn.7.12 (III a.C.).
III adv. -ῶς en disposición de comprar ἀ. ἔχων Sud.s.u. ὠνητιῶν.

Russian (Dvoretsky)

ἀγοραστικός: торговый Plat.