Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀνατάσσω

Ἰχθύς ἐκ τῆς κεφαλῆς ὄζειν ἄρχεται -> The fish stinks from the head
Michael Apostolius Paroemiographus, Paroemiae
Full diacritics: ἀνατάσσω Medium diacritics: ἀνατάσσω Low diacritics: ανατάσσω Capitals: ΑΝΑΤΑΣΣΩ
Transliteration A: anatássō Transliteration B: anatassō Transliteration C: anatasso Beta Code: a)nata/ssw

English (LSJ)

Att. ἀνα-τάττω, aor. 2 Pass. ἀνετάγην,

   A countermand expenditure, D.C.78.18 (Pass.):—Med., go regularly through again, rehearse, Plu.2.968c; set in order, διήγησιν Ev.Luc.1.1.

German (Pape)

[Seite 210] anordnen, der Ordnung nach aufstellen. – Med., der Reihe nach durchgehen, bes. wissenschaftliche Untersuchungen noch einmal vornehmen, Plut. auch von den Elephanten, τὰ μαθήματα, das Gelernte wiederholen, Sol. anim. 12; N. T. διήγησιν, nach sorgfältiger Prüfung erzählen.

Spanish (DGE)

• Alolema(s): át. -ττω

• Morfología: [aor. ἀνετάγη D.C.78.18.5]
I 1en v. med. redactar διήγησιν Eu.Luc.1, ἐγκώμιον Philost.HE 3.21
en v. pas. ἀνατέτακται διὰ Λουρίου (el documento) ha sido redactado por Lurio, PFam.Teb.21.36 (II d.C.)
en v. act. inscribir κατὰ τάξιν ὡς ἱερατεύκαντι πατριαστεὶ πάντας ἀνατάξαι SIG 793.12 (Cos I d.C.).
2 repasar τὰ μαθήματα Plu.2.968c.
3 elevar en v. pas. φωνὰς ἀπὸ ψυχῆς καὶ καρδίας πρὸς σε ἀνατεταγμένας pap. en PO 18.p.431.
II reducir, cortar gastos en v. pas. (πάντα) ἀνετάγη D.C.l.c.
III gram. en v. act. retrotraer el acento, EM 152.28G.

Greek Monolingual

ἀνατάσσω και -ττω)
εκτελώ ανάταξη, τοποθετώ κάτι πάλι στη θέση του, στην αρχική του τάξη
αρχ.
1. επαναλαμβάνω, διεξέρχομαι πάλι
2. ανακαλώ παλαιότερο θέσπισμα, μεταρρυθμίζω
3. συνθέτω, συντάσσω, συγγράφω.