Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀπολογίζομαι

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: ἀπολογίζομαι Medium diacritics: ἀπολογίζομαι Low diacritics: απολογίζομαι Capitals: ΑΠΟΛΟΓΙΖΟΜΑΙ
Transliteration A: apologízomai Transliteration B: apologizomai Transliteration C: apologizomai Beta Code: a)pologi/zomai

English (LSJ)

fut.

   A -ῐοῦμαι Phld.Lib. p.50 O., D.C.Fr.109: aor. ἀπελογισάμην Pl.Sph.261c(prob.); Dor. -ιξάμην IG9(1).694.97 (Corcyra): pf. ἀπολελόγισμαι ib.2.594.19, 329.16, D.H.Pomp.1.17 codd.: in pass. sense, X.Oec.9.8:—render an account, ἀ. κατ' ἐνιαυτόν Id.HG6.1.3; ἀ. τὰς προσόδους render an account of the receipts, Aeschin.3.25, cf. IG7.303.21 (Orop.); τῇ βουλῇ καὶ τῷ δήμῳ ib.2.594.19:—Pass., τὰ ἀπολελογισμένα the estimates, X.Oec.9.8.    2 ἀ. εἵς τι refer to a head or class, Pl.Phlb. 25b.    II reckon on a thing, calculate that it will be... c. acc. et inf., D.19.20; ἀπολογιεῖται πεῖσαι . . will count on persuading, Phld. l.c.; calculate fully, ἀ. πότερον . . Pl.Sph.l.c.    III give a brief account of, τι Arist.Rh.Al.1433b38; περί τινος ib.1444b31; but, recount at length, τι Plb.21.3.2; περίτινος Id.8.24.7; ὡς . . Id.4.25.4.— Prose word: Act., reject, Suid.

German (Pape)

[Seite 313] dep. med., 1) Abrechnung halten, berechnen, Xen. Hell. 6, 1, 3; τὰς προσόδους τῷ δήμῳ Aesch. 3, 25; εἴς τι, wozu rechnen, Plat. Phil. 25 a; erwägen, πότερον – Soph. 261 c; πῶς, τίνα τρόπον, Pol. 4, 25. 23, 9. – 2) her-, aufzählen, Dem. 19, 20; übh. etwas aufzählend auseinandersetzen, τὰ ἀδικήματα, τᾷν προθυμίαν, Pol. 4, 7. 20, 13; Sp.; übh. sprechen, περί τινος Pol. 8, 26. – Das act., Ar. bei B. A. 430; aber Antiphan. bei Ath. III, 120 b lies't Mein. nach Fritsch. em. ἀπολοπίζων; – pass., τὰ εἰς ἐνιαυτὸν ἀπολελογισμένα Xen. Oec. 9, 8, der auf's Jahr berechnete Vorrath.

Greek (Liddell-Scott)

ἀπολογίζομαι: μέλλ. -ῐοῦμαι Δίων Κ.: ἀόρ. ἀπελογισάμην Πλάτ., κλ.· Δωρ. -ιξάμην Συλλ. Ἐπιγρ. 1845. 95: πρκμ. ἀπολελόγισμαι Συλλ. Ἐπιγρ. 108. 19, 115. 6, Διον. Ἁλ. πρὸς Πομπ. 1· ἀλλ’ ἐπὶ παθ. σημασ. Ξεν. (ἴδε κατωτέρ.): ― Ἀποθ. Κρατῶ ἢ κάμνω λογαριασμούς, λογαριάζω, δίδω λογαριασμόν, Λατ. rationes reddere, ἀπ. κατ’ ἐνιαυτὸν Ξεν. Ἑλλ. 6. 1, 3· ἀπ. τὰς προσόδους, παρέχω λογαριασμὸν τῶν προσόδων, Αἰσχίν. 57. 23, πρβλ. Συλλ. Ἐπιγρ. ἔνθ’ ἀνωτ., καὶ 1570α, κ. ἀλλ.: ― Παθ. τὰ εἰς ἐνιαυτὸν ἀπολελογισμένα, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὑπελογίσαμεν ὅτι θὰ διαρκέσωσιν ἓν ἔτος, Ξεν. Οἰκ. 9, 8. 2) ἀπ. εἴς τι, ἀναφέρω τι εἴς τι, ταῦτα ξύμπαντα εἰς τὸ πέρας ἀπολογιζόμενοι καλῶς ἂν δοκοῖμεν δρᾶν τοῦτο Πλάτ. Φίλ. 25Β. ΙΙ. ὑπολογίζω ὅτι ἐντὸς χρονικοῦ διαστήματος θὰ γείνῃ τι, καὶ ἀπελογίζετο… δυοῖν ἢ τριῶν ἡμερῶν… Θήβας μὲν πολιορκουμένας… ἀκούσεσθαι κτλ. Δημ. 347. 15: ὑπολογίζω, σταθμίζω, ἵν’ ἐναργέστερον ἀπολογισώμεθα πότερον… Πλάτ. Σοφ. 261C. ΙΙΙ. διηγοῦμαι λεπτομερῶς, ἀπολογιζόμενοι τὴν εὔνοιαν καὶ τὴν προθυμίαν κτλ. Πολύβ. 20. 13, 2· ἀπελογίζοντο περί τε τῶν καθ’ ἑαυτοὺς καὶ περὶ τῶν κατὰ τὴν πατρίδα 8. 26, 4· ὡς… 4. 25, 4. ― Περὶ τοῦ ἐνεργ. ἀπολογίζω, ἴδε ἀπολοπίζω. ― Λέξις τοῦ πεζοῦ λόγου.

French (Bailly abrégé)

f. ἀπολογιοῦμαι, ao. ἀπελογισάμην, pf. ἀπολελόγισμαι;
1 rendre compte de, acc.;
2 calculer : ἀπ. εἴς τι rattacher un compte à un titre ou chapitre (de recettes, de dépenses) ; fig. avec la prop. inf. au fut. calculer ou conjecturer que.
Étymologie: ἀπό, λογίζομαι.

Spanish (DGE)

I 1c. ac. y dat. o πρός y ac. rendir cuentas de τὰς προσόδους τῷ δήμῳ Aeschin.3.25, ταῦτα ... τοῖς ναοποιοῖς FD 5.19.66 (IV a.C.), ταῦτα ... ποτὶ πάντας τοὺς ναοποιούς FD 5.19.17 (IV a.C.), s. cont. SEG 12.217.20 (Delfos III a.C.)
abs. rendir cuentas κατ' ἐνιαυτόν X.HG 6.1.3, εἰς βουλάν IG 9(1).694.94 (Corcira III a.C.).
2 c. ac. de abstr. dar cuenta de, explicar εὔνοιαν Plb.4.72.6, ἀδικήματα Plb.4.7.2, c. ὡς Plb.4.25.4, c. inf. BGU 266.6 (III d.C.), c. περί y gen. περὶ τῶν εἰρημένων Anaximen.Rh.1444b31.
II 1c. εἰς y ac. calcular τὰ εἰς ἐνιαυτὸν ἀπολελογισμένα las provisiones calculadas para el año X.Oec.9.8
contar aparte ταῦτα σύμπαντα εἰς τὸ πέρας ἀπολογιζόμενοι incluyendo todo ello en la categoría del límite Pl.Phlb.25b.
2 calcular, pensar, conjeturar c. or. complet. πότερον αὐτῶν ἅπτεται τὸ μὴ ὂν ἢ ... Pl.Sph.261c, ὑμᾶς ... Θήβας πολιορκουμένας ... ἀκούσεσθαι D.19.20, πεῖσαι φιλόσοφον Phld.Lib.p.50
c. περί y gen. περὶ πάντων ἀπελογίσατο ref. a Ulises, Sch.Er.Il.7.168.
III defenderse πρὸς αἰτίαν ὑπὲρ ἧς ἀπολογίζεται PPetr.3.53 n.8 (III a.C.).

Greek Monolingual

ἀπολογίζομαι (AM)
αποκρίνομαι, απαντώ
αρχ.
1. κάνω λογαριασμό, λογαριάζω
2. αναφέρω, ανάγω κάτι σε κάτι άλλο
3. υπολογίζω
4. διηγούμαι λεπτομερώς.

Greek Monotonic

ἀπολογίζομαι: Αττ. μέλ. -ῐοῦμαι, αόρ. -ελογισάμην, παρακ. -λελόγισμαι· αποθ.·
I. υπολογίζω, λογαριάζω, αποδίδω λογαριασμό, Λατ. reddere, σε Ξεν.· με αιτ. πράγμ., παρέχω λογαριασμό των εσόδων, σε Αισχίν.
II. σταθμίζω κάτι, υπολογίζω ότι θα γίνει κάτι, με αιτ. και απαρ., σε Δημ.

Russian (Dvoretsky)

ἀπολογίζομαι:
1) представлять отчет, отчитываться (τι Polyb., Plut. и περί τινος Polyb.): ἀ. τὰς προσόδους τῷ δήμῳ Aeschin. давать отчет народу о государственных доходах;
2) считать, исчислять: τὰ εἰς ἐνιαυτὸν ἀπολελογισμένα Xen. годовые расчеты;
3) причислять (τι εἴς τι Plat.);
4) перечислять (τὰ ἀδικήματα Polyb.);
5) подробно излагать, разъяснять (τι и περί τινος Polyb.; τίνα τρόπον, πότερον … Plat.).

Middle Liddell


I. to reckon up, give in an account, Lat. rationes reddere, Xen.: c. acc. rei, to give in an account of the receipts, Aeschin.
II. to reckon on a thing, calculate that it will be, c. acc. et inf., Dem.