Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀπολόγημα

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἀπολόγημα Medium diacritics: ἀπολόγημα Low diacritics: απολόγημα Capitals: ΑΠΟΛΟΓΗΜΑ
Transliteration A: apológēma Transliteration B: apologēma Transliteration C: apologima Beta Code: a)polo/ghma

English (LSJ)

ατος, τό,

   A plea alleged in defence, Pl.Cra.436c; ὑπὲρ τῆς πόλεως πρὸς Ῥωμαίους Plu.Cim.1.

German (Pape)

[Seite 313] τό, Vertheidigungsgrund, Plat. Crat. 436 c u. Sp., wie Plut. Lyc. 31.

Greek (Liddell-Scott)

ἀπολόγημα: -ατος, τό, τὸ κατὰ τὴν ἀπολογίαν λεγόμενον, ὑπεράσπισις, Πλάτ. Κρατ. 436C· ὑπέρ τινος, πρός τινα Πλουτ. Κίμ. 1.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
c. ἀπολογία.

Spanish (DGE)

-ματος, τό
1 defensa, justificación τοῦτο ... οὐδέν ἐστιν ἀ. Pl.Cra.436c, τὸ τῆς αἰτίας ἀ. Plu.2.635f, ἔνιοι ... πανουργίαν ἀβελτερίας ἀπολόγημα ποιοῦνται Plu.2.66c.
2 alegato ὑπὲρ τῆς πόλεως ἀ. πρὸς Ῥωμαίους Plu.Cim.1, cf. LXX Ie.20.12.

Greek Monolingual

το (AM ἀπολόγημα)
αυτό που λέγεται για απολογία, η υπεράσπιση
μσν.
φωνή, ένδειξη.

Greek Monotonic

ἀπολόγημα: -ατος, τό, δικαιολογία που προβάλλεται στο δικαστήριο ως υπεράσπιση κάποιου, σε Πλούτ.

Russian (Dvoretsky)

ἀπολόγημα: ατος τό Plat., Plut. = ἀπολογία.

Middle Liddell

[from ἀπολογέομαι
a plea alleged in defence, Plut.