Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐμπρόσθιος

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: ἐμπρόσθιος Medium diacritics: ἐμπρόσθιος Low diacritics: εμπρόσθιος Capitals: ΕΜΠΡΟΣΘΙΟΣ
Transliteration A: emprósthios Transliteration B: emprosthios Transliteration C: emprosthios Beta Code: e)mpro/sqios

English (LSJ)

ον,

   A fore, like πρόσθιος, of the feet of a quadruped, opp. ὀπίσθιοι, ἐ. πόδες Hdt.4.60; σκέλη X.Eq.11.2, Arist.PA688a12, BCH35.286 (Delos); κῶλα Arist.PA687b28; οἱ ἐ. ὀδόντες Id.Ph.198b25; ἐ. τραύματα wounds in front, D.H.10.37.    II Astron., preceding in the daily motion of the heavens, Cleom.1.1.

German (Pape)

[Seite 818] der Vordere; πόδες, σκέλη, Her. 4, 60; Xen. Equ. 11, 2; Plut. Eum. 1 1 u. A.; τραύματα, in der Brust, Dion. Hal. 10, 37.

Greek (Liddell-Scott)

ἐμπρόσθιος: -ον, ὡς τὸ πρόσθιος, ἐμπροσθινός, ἐπὶ τῶν ποδῶν τῶν τετραπόδων, ἀντίθετον τῷ ὀπίσθιος, ἐμπρ. πόδες Ἡρόδ. 4. 60· σκέλη Ξεν. Ἱππ. 11, 2, Ἀριστ. π. Ζ. Μορ. 4. 10, 37 κ. ἀλλ.· ἐμπρ. τραύματα Διον. Ἁλ. 10. 37. - Ἐπίρρ. ἐμπροσθίως, ἐμπροσθίως πληγέντες ἐξήλαυνον ἐξοπισθίως Θεόδοτ. Ἀκρο. 1. 237.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
antérieur en parl. des membres antérieurs des animaux.
Étymologie: ἔμπροσθε.

Spanish (DGE)

-ον

• Morfología: [fem. -ία Arist.HA 513a25]
delantero, de delante, anterior de las patas de los cuadrúpedos, frec. op. ὀπίσθιος ‘trasero’ πόδες Hdt.4.60, κῶλα Arist.PA 687b28, σκέλη Arist.PA 688a12, Str.16.4.16, X.Eq.11.2, Arist.HA 604b1, Plu.Eum.11, βοΐδιον κέρας δὲ ἕτερον οὐκ ἔχον οὐδ' ἐμπρόσθιον σκέλος ID 1409B.a.2.21, cf. 1400.25 (ambas II a.C.), Plu.2.917d
de otras partes ἡ ἐμπροσθία (φλέψ) Arist.HA 513a25
de partes del cuerpo humano τὸ δ' ἐμπρόσθιον (μέρος) τοῦ ποδός Arist.HA 494a12, cf. Sor.Fasc.52, αἱ ἐμπρόσθιαι τοῦ ἐγκεφάλου κοιλίαι Gal.8.215, τοὺς ἐμπροσθίους τοῦ μηροῦ μῦς Gal.2.311
de los dientes incisivos οἱ τομεῖς λεγόμενοι, τοῦτ' ἔστιν οἱ ἐμπρόσθιοι ὀδόντες Artem.1.31, cf. Arist.Ph.198b25, Hp.Epid.4.19
otros cont. τραύματα ἐμπρόσθια heridas de frente op. κατὰ νώτου ‘por la espalda’, D.H.10.37, ἐμπρόσθια ... τὰ πρὸς τῇ δύσει φασὶν εἶναι αὐτοῦ (τοῦ κόσμου) Cleom.1.1.155
subst. τὰ ἐ. la parte anterior de los signos zodiacales τοῦ Ταύρου καὶ τοῦ Λέοντος τὰ μὲν ἄνω καὶ ἐμπρόσθια Ptol.Tetr.3.12.13, cf. 2.3.14.

Greek Monolingual

-α, -ο (AM ἐμπρόσθιος, -ον)
αυτός που βρίσκεται μπροστά, πρόσθιος, μπροστινός
αρχ.
αστρον. αυτός που προηγείται στην ημερήσια κίνηση του ουρανού.
επίρρ...
εμπροσθίως
κατά το εμπρόσθιο μέρος, από εμπρός.

Greek Monotonic

ἐμπρόσθιος: -ον, πρόσθιος, μπροστινός, λέγεται για τα πόδια τετραπόδου, σε Ηρόδ., Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

ἐμπρόσθιος: передний (πόδες Her., Arst., Plat.; σκέλη Xen., Arst.; ὀδόντες Arst.).

Middle Liddell

[from ἔμπροσθεν adj
fore, front, of an animal's feet, Hdt., Xen.