Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἔθιμος

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: ἔθιμος Medium diacritics: ἔθιμος Low diacritics: έθιμος Capitals: ΕΘΙΜΟΣ
Transliteration A: éthimos Transliteration B: ethimos Transliteration C: ethimos Beta Code: e)/qimos

English (LSJ)

ον,

   A accustomed, usual, ἔθιμόν [ἐστί] μοι D.S.29.32; τὰν ἔ. τοῖς ἐφήβοις θυσίαν Supp.Epigr.1.327.3 (Callatis); ὁ ἔ. Ῥωμαίων ὅρκος BGU581.5 (ii A.D.), etc.; τὸ ἔ. usage, A.D.Synt.77.27; τὰ ἔ. customs, Ath.4.151e; κατὰ τὰ ἔ. IG12(7).237.26 (Amorgos, i B. C.). Adv. -μως A.D. Pron.78.25.

German (Pape)

[Seite 720] ον, gewohnt; καθώς ἐστι Ῥωμαίοις ἔθιμον D. Sic. exc. p. 577, 43; τὰ ἔθιμα καὶ νόμιμα, Sitten u. Gewohnheiten, Ath. IV, 151 e; – ἐθίμως, gewöhnlich, Apoll. D. pron. 361 a.

Greek (Liddell-Scott)

ἔθιμος: -ον, ἐθάς, συνήθης, καθὼς ἔστι Ρωμαίοις ἔθιμον, σύνηθες, Διοδ. Ἐκλογ. 577. 43· τὰ ἔθιμα, ἔθη, συνήθειαι, Ἀθήν. 151Ε. - Ἐπίρρ. -μως, συνήθως, Ἀπολλ. περὶ Ἀντωνυμ. 101Α. 2) ἔθιμα, τὰ καταμήνια τῶν γυναικῶν, κοινῶς «τὰ συνήθεια», Νικηφ. Πατρ. Κωνστ/εως ἐν Jure Graeco-Rom. σ. 70.

Spanish (DGE)

-ον

• Morfología: [-ος, -α, -ον IMaced.116.9 (Eordea III d.C.)]
I 1habitual, usual τὸ κρατεῖν I.BI 6.38, τροφαί PFlor.153.6 (III d.C.)
gram. habitual, usado ὅπερ ἔθιμον ἐπὶ κτητικῶν παρὰ τῷ ποιητῇ A.D.Pron.109.9, cf. 110.7, Synt.77.26
subst. τὸ ἔ. uso gramatical, A.D.Synt.77.27.
2 en sent. institucional y relig. consuetudinario, tradicional como pred. c. dat. καθώς ἐστι Ῥωμαίοις ἔθιμον como es costumbre entre los romanos D.S.29.32, καθάπερ ἐστὶν ἔθιμον πᾶσι προσπαρατιθέναι Antig.Mir.15a, cf. I.AI 12.145, BI 2.149, ὁ ἱερεὺς δὲ ἐπιτελείτω τὰς ἐθίμους λειτουργίας IG 22.1368.111 (II d.C.), ἡ ἔ. ἱεροποιΐα IHistriae 57.37 (II d.C.), cf. I.BI 6.99, αἱ ἔθιμοι ἑορταί ILeukopetra 83.9 (III d.C.), ὁ ἔ. Ῥωμαίων ὅρκος BGU 581.5 (II d.C.), PUps.Frid.6.15 (III d.C.), αἱ ἔθιμοι ἡμέραι los días de costumbre ref. días festivos prefijados ὅσαι ἔθιμοι τοῦ θεοῦ ἡμέραι IG 22.1368.153 (II d.C.), ἐν ταῖς ἐθίμοις ἡμέραις θέντα ἔλαιον ἐν πᾶσι τοῖς γυμνασίοις IEphesos 661.18 (II d.C.), cf. Didyma 269.11 (II d.C.), tb. en manumisiones por consagración, ref. un número de días al cabo del año ὑπηρετούντων αὐτῶν τῇ θεῷ τὰς ἐθίμας ἡμέρας IMaced.l.c., cf. SEG 37.590.16 (ambas Macedonia II d.C.), ὑπηρετοῦσαν τῇ θεῷ τὰς ἐθίμους ἡμέρας πάσας ILeukopetra 29.4, cf. 43.12 (ambas II d.C.), ἡ ἔ. σπουδὴ καὶ καλοκαγαθία Const. en Eus.HE 10.5.5
subst. τὰ ἔ. el uso, las costumbres Str.15.3.21, κατὰ τὰ ἔ. IG 12(7).237.26 (II/I a.C.), πολλὰ παρὰ πολλοῖς ἔθιμα καὶ νόμιμα Ath.151e, cf. Ptol.Tetr.2.8.17, Vett.Val.388.14, τοῖς σοῖς ἐθίμοισιν Orac.Sib.3.272.
II adv. -ως usualmente A.D.Pron.78.25, 108.6.

Greek Monolingual

ἔθιμος, -ον (AM) έθος
ο συνηθισμένος.