Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἠτριαῖος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ἠτριαῖος Medium diacritics: ἠτριαῖος Low diacritics: ητριαίος Capitals: ΗΤΡΙΑΙΟΣ
Transliteration A: ētriaîos Transliteration B: ētriaios Transliteration C: itriaios Beta Code: h)triai=os

English (LSJ)

α, ον, (ἦτρον)

   A of the stomach, τεμάχη Com.Adesp.863; τὸ ἠ. stomach, paunch, Ar.Fr.318.6:—also ἠτριαία, ἡ, ib.506.5, Luc. Lex.6, Ath.1.4c.

German (Pape)

[Seite 1179] zum Unterleibe gehörig; Luc. Lex. 6; ἠτριαῖον δέλφακος Ar. bei Ath. III, 104 e IX, 374 f; τῶν θύννων τὰς ἠτριαίας I, 4 e; τὰ ἠτριαῖα Luc. Lex. 6.

Greek (Liddell-Scott)

ἠτριαῖος: -α, -ον, (ἦτρον) ἀνήκων εἰς τὸ ὑπογάστριον, τοῦ ὑπογαστρίου, Κωμ. Ἀνών. 316, Λουκ. Λεξιφ. 6· τὸ ἠτριαῖον, ὁ στόμαχος, ἡ κοιλία, Ἀριστοφ. Ἀποσπ. 302· ὡσαύτως ἠτριαία, ἡ, αὐτόθι 421, Ἀθήν. 4C.

French (Bailly abrégé)

α, ον :
du bas-ventre, des intestins ; τὸ ἠτριαῖον, les intestins.
Étymologie: ἦτρον.

Greek Monolingual

ἠτριαῑος, -α, -ον (Α)
1. αυτός που ανήκει στο υπογάστριο, του υπογαστρίου,της κοιλιάς
2. το ουδ. ως ουσ. το ἠτριαῑον
το στομάχι, η κοιλιά
3. το θηλ. ως ουσ. ἡ ἡτριαία
η κοιλιά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ήτρον «υπογάστριος» + -ιαίος (πρβλ. νεφρ-ιαίος)].

Russian (Dvoretsky)

ἠτριαῖος: относящийся к полости живота, брюшной Luc.