Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐπιμονή

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἐπιμονή Medium diacritics: ἐπιμονή Low diacritics: επιμονή Capitals: ΕΠΙΜΟΝΗ
Transliteration A: epimonḗ Transliteration B: epimonē Transliteration C: epimoni Beta Code: e)pimonh/

English (LSJ)

ἡ,

   A tarrying, delay, Th.2.18; residence, Sammelb.5343.42 (ii A.D.).    2. steadfastness, Pl.Cra.395b, Plu.Sert.16; persistence, Sor.2.16,40; of fruit, Thphr.CP2.9.8.    3. staying still, inactivity, of a patient confined to bed, Phld.Ir.p.29 W.    4. Rhet., dwelling on a point, treating it elaborately, Longin.12.2, Demetr.Eloc.280, Hermog.Id.1.11, Alex.Fig.1.10, etc.    II. ἐν ἐπιμονᾷ τινος, of a balance left in the hands of the treasurer, IG14.423 ii 5.

German (Pape)

[Seite 964] ἡ, das Dabeibleiben, Verweilen bei Etwas, Plat. Crat. 395 a; neben σχολαιότης Thuc. 2, 18, das Zögern, der Aufenthalt. – Bei den Rhetoren das Verweilen bei einem Gegenstande, um ihn weiter auszuführen.

Greek (Liddell-Scott)

ἐπιμονή: ἡ, (ἐπιμένω) τὸ μένειν ἔν τινι τόπῳ, χρονοτριβή, ἥ τε ἐν τῷ Ἰσθμῷ ἐπιμονὴ γενομένη καὶ κατὰ τὴν ἄλλην πορείαν ἡ σχολαιότης Θουκ. 2. 18. 2) σταθερότης, Πλάτ. Κρατ. 395Α. 3) ῥητορ., τὸ ἐμμένειν εἴς τι ζήτημα, τὸ πραγματεύεσθαι αὐτὸ φιλοπόνως, Λογγῖν. 12· «ἐπιμονὴ δέ ἐστιν,... ἐπὶ πλεῖον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ νοήματος ἐπιμονὴ μετὰ αὐξήσεως... ὡς Δημοσθένης... ‘Θηβαῖοι φίλον, εὐεργέτην, σωτῆρα τὸν Φίλιππον ἡγοῦντο’» κτλ. Ἀλεξ. π. Σχημάτ. Ρητ. (Walz) τ. 8. σ. 440, πρβλ. 501, 508, 560, 655. 675, 700, τ. 9. 114. ΙΙ. ἐν ἐπιμονᾷ τινος, ἐπὶ ὑπολοίπου ἢ περισσεύματος λογαριασμοῦ ἀφεθέντος εἰς χεῖρας τοῦ ταμίου, Συλλ. Ἐπιγρ. 5640. 6 κἑξ.· πρβλ. ἀνδοκεία: ― ἴσως ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἐν ἀνδοκείᾳ καὶ ἐν ἐπιμονῇ εἶναι ὅτι τὸ μὲν δεύτερον ἀναφέρεται εἰς τὸν ἀποδυόμενον τὸ ἀξίωμα ταμίαν, τὸ δὲ πρῶτον εἰς τὸν ἀναλαμβάνοντα αὐτό.

French (Bailly abrégé)

ῆς (ἡ) :
retard, lenteur.
Étymologie: ἐπιμένω.

Greek Monolingual

η (AM ἐπιμονή) επιμένω
εμμονή, σταθερότητα (α. «εξακολούθησαν να ξεφυλλίζουν τ’ αραποσίτι με την ίδια προθυμία κι επιμονή», Καρκαβίτσας
β. «ἀγαστὸς κατὰ τὴν ἐπιμονὴν οὖτος ὁ ἀνήρ», Πλάτ.)
νεοελλ.
πείσμα
μσν.
διάρκεια
αρχ.
1. χρονοτριβή, καθυστέρηση («ἥ τε ἐν τῷ ἰσθμῷ ἐπιμονὴ γενομένη καὶ κατὰ τὴν ἄλλην πορείαν ἡ σχολαιότης», Θουκ.)
2. εγκαρτέρηση
3. (για καρπό) διατήρηση
4. απραξία
5. διεξοδικότερη διαπραγμάτευση.

Greek Monotonic

ἐπιμονή: ἡ (ἐπιμένω), παραμονή, αργοπορία, χρονοτριβή, καθυστέρηση, σε Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

ἐπιμονή:
1) упорство, настойчивость, стойкость, твердость: ἀγαστὸς κατὰ τὴν ἐπιμονὴν ὁ ἀνήρ Plat. муж удивительной стойкости; ἐ. ζητήσεως Sext. настойчивость в исследовании;
2) задержка, остановка (ἐν τῷ Ἰσθμῷ Thuc.);
3) постоянство, неизменность (τῆς ψυχῆς Plut.).

Middle Liddell

ἐπιμονή, ἡ, ἐπιμένω
a staying on, tarrying, delay, Thuc.