Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γιγνώσκω

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: γιγνώσκω Medium diacritics: γιγνώσκω Low diacritics: γιγνώσκω Capitals: ΓΙΓΝΩΣΚΩ
Transliteration A: gignṓskō Transliteration B: gignōskō Transliteration C: gignosko Beta Code: gignw/skw

English (LSJ)

Dor. (Epich.9, Pi.O.6.97), Aeol., Ion., and after Arist. γινώσκω, but γιγνώσκω in early Att. Inscrr., as IG12.127.19 (κατα-), etc.: fut.

   A γνώσομαι Il.23.497, etc., Dor. 3sg. γνωσεῖται Call.Lav. Pall.123 (γνώσω is f.l. in Hp.Steril.215); Cret. form ἀνα-γνώοντι dub. in GDI5075 (for aor. 1, v. ἀναγιγνώσκω): pf. ἔγνωκα Pi.P.4.287, etc.: aor. 2 ἔγνων Il.13.72, etc., Ep. dual γνώτην Od.21.36, Dor. 3pl. ἔγνον Pi.P.4.120; imper. γνῶθι Epich.[264], etc.; subj. γνῶ, γνῷς, γνῷ Il.1.411, etc., Ep. also γνώω, γνώομεν Od.16.304, γνώωσι Il.23.610; opt. γνοίην Il.18.125, etc.; pl. γνοῖμεν Pl.Alc.1.129a; inf. γνῶναι Od.13.312, etc., Ep. γνώμεναι Il.21.266; part. γνούς S.El.731, etc.:—Med., aor. 1 γνώσασθαι Man.2.51:—Pass., fut. γνωσθήσομαι Ar.Nu.918, Th.1.124, etc.: aor. ἐγνώσθην A.Supp. 7 (lyr.), E.El.852, Th.2.65: pf. ἔγνωσμαι E.HF1287, Th.3.38:— come to know, perceive, and in past tenses, know, c. acc., Il.12.272, etc.; as dist. fr. οἶδα know by reflection, γιγνώσκω, = know by observation, γνόντες δὲ εἰδότας περιορᾶν Th.1.69; ἐγὼ δ' οἶδ' ὅτι γιγνώσκετε τοῦτον ἅπαντες D.18.276; χαλεπόν ἐστι τὸ γνῶναι εἰ οἶδεν ἢ μή it is hard to perceive whether one knows or not, Arist.AP0.76a26; discern, distinguish, recognize, ὄφρ' εὖ γιγνώσκῃς ἠμὲν θεὸν ἠδὲ καὶ ἄνδρα Il. 5.128; ἀσπίδι γιγνώσκων by his shield, ib.182; ironically, εὖ νύ τις αὐτὸν γνώσεται he will learn him to his cost, 18.270; νῦν ἔγνων τὸν Ἔρωτα Theoc.3.15: sts. c. gen., γνώτην ἀλλήλων were aware of... Od.21.36, cf. 23.109.    2 folld. by relat. clauses, γιγνώσκω δ' ὡς… I perceive that... 21.209; ἔγνως ὡς θεός εἰμι Il.22.10; ἔγνωκας ὡς οὐδὲν λέγεις Ar.Nu.1095; γ. ὅτιHeraclit. 108, A.Pr.104,379, etc.; ἵν' εἰδῆτε ὑμεῖς καὶ γνῶτε ὅτιD.21.143; γνώμεναι εἴ μιν… φοβέουσι Il.21.266; γ. τί πέπονθε πάθος Pl.Phlb.60d: c. acc. and relat. clause, Τυδείδην δ' οὐκ ἂν γνοίης, ποτέροισι μετείη Il.5.85; γ. θεοὺς οἵτινές εἰσι Heraclit.5; Σωκράτην γ. οἷος ἦν X.Mem.4.8.11; τοὺς Πέρσας γ. ὅτιId.Cyr.2.1.11; also ἀλλοτρίας γῆς γ. ὅτι δύναται φέρειν Id.Oec.16.3: c. part., ἔγνων μιν… οἰωνὸν ἐόντα perceived that he was... Od.15.532; γνόντες οὐδεμίαν σφίσι τιμωρίαν οὖσαν Th.1.25; ἔγνωκα… ἠπατημένη S.Aj.807; ἔγνων ἡττημένος I felt that I was beaten, Ar.Eq.658; χρυσῷ πάττων μ' οὐ γιγνώσκεις Id.Nu.912, cf. Antipho 5.33, X.Cyr. 7.2.17: c. gen., ὡς γνῶ χωομένοιο when he was aware of... Il.4.357, cf. Pl.Ap.27a: c. inf., ἵνα γνῷ τρέφειν τὴν γλῶσσαν ἡσυχεστέραν S. Ant.1089: c. acc. et inf., recognize that... Th.1.43, etc.; take a thing to mean that... Hdt.1.78: c. dupl. acc., perceive or know another to be... οἵους γνώσεσθε τοὺς ἀνθρώπους X.An.1.7.4: abs., ὁ γιγνώσκων the perceiver, opp. τὰ γιγνωσκόμενα the objects perceived, Pl.R.508e; also ὁ γ. one who knows, a prudent person, ib.347d:—Pass., εἰ γνωσθεῖεν ᾧ… if it were known of them in what... Id.Prt.342b.    II form a judgement, think, ταὐτά Hdt.9.2; τἀναντία τούτοις γ. X. HG2.3.38; οὕτω γ. Id.An.6.1.19; τὰ δίκαια γ. Lys.22.2; ἃ γιγνώσκω λέγειν( = τὴν γνώμην λ.) D.4.1; περὶ τῆς βοηθείας ταῦτα γιγνώσκω Id.1.19; τοῦτο γιγνώσκων, ὅτιMen.572, cf. 648; ὡς ἐμοῦ ἀγωνιουμένου οὕτω γίγνωσκε X.Cyr.2.3.15: abs., αὐτὸς γνώσῃ see thou to that, Pl.Grg.505c; esp. in dialogue, ἔγνων I understand, S.Aj. 36; ἔγνως you are right, Id.Tr.1221, E.Andr.883; ἔγνωκας; Lat. tenes? Nausicr.1.5; judge, determine, decree that... c. acc. et inf., Hdt.1.74, 6.85, Isoc.17.16: c. inf., determine to... And.1.107:— Pass., to be pronounced, of a sentence or judgement, Th.3.36; παρανόμως γνωσθεῖσα δίαιτα D.33.33, cf. 59.47; κρίσις ἐγνωσμένη ὑπό τινος Isoc.6.30.    2 Pass., of persons, to be judged guilty, A.Supp.7; γνωσθέντα ζημιοῦσιν οἱ νόμοι Arist.Rh.Al.1431b30; τεθνάτω ἐὰν γνωσθῇ, ἐὰν δὲ φυγὴ γνωσθῇ, φευγέτω IG12.10.29.    3 pf. Pass. with act. sense, ὡμολόγηκεν ὑμᾶς ὑπάρχειν ἐγνωσμένους are determined, D. 18.228 (sed leg. ἡμᾶς).    III know carnally, Men.558.5, Heraclid. Pol.64, LXX Ge.4.1, al., Ev.Matt.1.25, Plu.Galb.9, etc.    IV γ. χάριν, = εἰδέναι χάριν, D.C.39.9.    B causal, make known, celebrate, γνώσομαι τὰν ὀλβίαν Κόρινθον Pi.O.13.3 acc. to Sch. ad loc., v. dub. (Root γνω-, cf. Skt. jānāmi, jñātas, Lat. gnosco, gnotus, etc.)

German (Pape)

[Seite 492] erkennen, kennen; mit Reduplication von der Wurzel γνο, von der auch νόος, entstanden aus γνώος, vgl. nosco, in compos. gnosco, cognosco, agnosco, dignosco; Sp. γινώσκω, als var. lect. auch im Hom., vielleicht sogar überall als Lesart Aristarchs, s. z. B. Scholl. Aristonic. Iliad. 15, 241; fut. γνώσομαι; aor. ἔγνων, γνῶναι, γνούς; ἔγνων = ἔγνωσαν Pind. P. 9, 82 I. 2, 23; vgl. ἐπιγνώῃ; pf. ἔγνωκα, ἔγνωσμαι; aor. p. ἐγνώσθην; – 1) kennen lernen, erkennen, wahrnehmen, nach Plat. Theaet. 209 e = ἐπιστήμην λαβεῖν; Ggstz δοξάζω Rep. V, 476 d. Von Hom. an überall; absolut, γιγνώσκω, φρονέω· τά γε δὴ νοέοντι κελεύεις, ich verstehe, ich begreife, Odyss. 16, 136. 17, 193. 281; mit accus., εὖ νύ τις αὐτὸν γνώσεται, er wird ihn (zu seinem Schaden) kennen lernen, Il. 18, 270; vgl. Theocr. 3, 15; τοὺς αἰτίους Plat. Phaed. 116 c; τὴν φωνήν, erkennen, Prot. 3100; οἵους αὐτούς, für was für Leute ihr sie ansehen, erkennen werdet, Xen. An. 1, 7, 4; τινός, Odyss. 23, 109 ἦ μάλα νῶι γνωσόμεθ' ἀλλήλων καὶ λώιον; 21, 36 οὐδὲ τραπέζῃ γνώτην ἀλλήλων; Iliad. 4, 357 ὡς γνῶ χωομένοιο, als er bemerkte, daß der Andere zürnte, s. Scholl. Aristonic. u. vgl. Sengebusch Ariston. p. 6 sq.; vgl. Xen. Oec. 16, 3; ἐμοῦ ποιοῦντος Cyr. 7, 2, 18. Gew. folgt ὅτι, auch ὡς, Od. 21, 209; εἰ Il. 21, 266; ἔγνω τὸνἩσίοδον ὅτι ἦν σοφός Plat. Rep. V, 466 c; c. partic., ἔγνων μιν ἐσάντα ἰδὼν οἰωνὸν ἐόντα Od. 15, 532; γνόντες οὐδεμίαν σφίσι τιμωρίαν οὖσαν, daß sie keine Hülfe bekämen, Thuc. 1, 25; Xen. Hell. 3, 1, 9; ἔγνων ἡττημένος, ich merkte, daß ich besiegt sei, Ar. Equ. 658; γιγνώσκω ἀπιστούμενος Xen. Cyr. 7, 2, 17. – S. v. a. wiedererkennen, ἀναγνωρίζειν, Hom. Iliad. 15, 241 νέον δ' ἐσαγείρετο θυμόν, ἀμφὶ ἓγιγνώσκων ἑτάρους, s. Scholl. Aristonic. – 2) Uebh. wissen, einsehen, πᾶς ὁ γιγνώσκων, jeder Kluge, Plat. Rep. I, 347 d, wie Sp. auch χάριν γιγνώσκειν für εἰδέναι sagen. – 3) meinen, urtheilen, εἴ τις οἴεται – οὐκ ὀρθῶς ἔγνωκεν Dem. 4, 29; ἐγνώκασι, τὸν θάνατον πᾶσι κοινὸν εἶναι Xen. An. 3, 1, 43; vgl. Cyr. 2, 2, 23; ὀρθῶς περί τινος Thuc. 2, 22; Isocr. 4, 139 u. sonst; von richterlicher Entscheidung, erkennen, Her. 6, 85; τὰ δίκαια Dem. 19, 240; ἡ παρανόμως γνωσθεῖσα δίαιτα, widerrechtlich gefälltes Erkenntniß der Schiedsrichter, Dem. 33, 33; κρίσις ἐγνωσμένη ὑπὸ τῶν ἐχθρῶν Isocr. 6, 30; bei Aesch. Suppl. 7 = verurtheilen; auch von den Beschlüssen des Raths u. der Gesetzgeber, χαλεπόν τι γ. περί τινος, hart gegen jem. verfahren, Dion. Hal. 54, 7; übh. beschließen, bestimmen, c. acc. u. inf., Her. 1, 74; vgl. Aesch. Spt. 632 σὺ δ' αὐτὸς γνῶθι τίνα πέμπειν δοκεῖς; ἐγνωσμένον ἐστί, es ist beschlossen, Luc. Nigr. 3. – 4) erkennen, vom Bei schlaf, Callim. ep. 58, 3; Plut. Alex. 21 u. öfter; N. T., z. B. Matth. 1, 25 u. a. Sp., bes. K. S. – 5) Pind. braucht factitiv γνώσομαι Κόρινθον, ich will bekannt machen, preisen, Ol. 13, 3, wie man auch 6, 89 erkl.: πρῶτον μὲν Ἥραν κελαδῆσαι γνῶναί τ' ἔπειτα – εἰ φεύγομεν.

Greek (Liddell-Scott)

γιγνώσκω: (κατ’ ἀναδιπλ. ἐκ της √ΓΝΟ, ἴδε ἐν τέλ.), Ἰων. καὶ ἀπὸ τοῦ Ἀριστ. γινώσκω, ἀλλὰ γιγνώσκω ἀείποτε παρὰ τοῖς δοκίμοις Ἀττ., πρβλ. γίγνομαι καὶ ἴδε Meisterh. 3 Gr. Att. I. 178, 21· μέλλ. γνώσομαι Ἰλ. Ψ. 497, Ἀττ., σπανίως γνώσω Ἰππ. 3. 7· ὑπάρχει καὶ Κρητικός τις τύπος ἀναγνώονται Συλλ. Ἐπιγρ. 2554. 40·- (περὶ τοῦ ἀορ. α΄ ἴδε κατωτ. Β καὶ ἀναγιγνώσκω)· - πρκμ. ἔγνωκα Ἀττ.·- ἀόρ. β΄ ἔγνων (ὡς εἰ ἐκ ῥήμ. εἰς –μι), Ἰλ., Ἀττ., Ἐπ. γνῶν Ὀδ. Φ. 36, Δωρ. γ΄ πληθ. ἔγνον Πίνδ. Π. 7, 79 καὶ Ἰ. 2, 23 (ἀνέγνον)· προστ. γνῶθι Ἀττ.· ὑποτ. γνῶ, γνῷς, γνῷ, Ἰλ., Ἀττ., Ἐπ. ὡσαύτως γνώω, γνώομεν Ὀδ. Π. 304, γνώωσι Ἰλ. Ψ. 610· εὐκτ. γνοίην Ἰλ., Ἀττ., πληθ. γνοῖμεν (ἀντὶ γνοίημεν) Πλάτ. Ἀλκ. 1. 129Α· ἀπαρέμφ. γνῶναι Ὀδ., Ἀττ., Ἐπ. γνώμεναι Ἰλ. Φ. 266· μετοχ. γνοὺς Ἀττ.– Μέσ., ἀόρ. α΄ γνώσασθαι Μανέθ. 2. 51.– Παθ., μέλλ. γνωσθήσομαι Ἀριστοφ. Νεφ. 918, Θουκ., κτλ.· ἀόρ. ἐγνώσθην Αἰσχύλ. Ἱκέτ. 7, Εὐρ., κτλ.· πρκμ. ἔγνωσμαι Εὐρ. (Περὶ τῆς ῥίζης ἴδε ἐν τέλ.) Ἀρχίζω νὰ ἐννοῶ, διακρίνω, καταλαμβάνω, σημειῶ, μανθάνω, καὶ ἐν τοῖς παρῳχ. χρόνοις = γνωρίζω, ἐξεύρω, μ. αἰτ., Ὅμ., κτλ.·- ὡσαύτως, διακρίνω, παρατηρῶ· ὡς εὖ γιγνώσκῃς ἠμὲν θεὸν ἠδὲ καὶ ἄνδρα, διὰ νὰ κάμῃς διάκρισιν μεταξὺ θεῶν καὶ ἀνθρώπων, Ἰλ. Ε. 128· ἀσπίδι γιγνώσκων, ἐκ τῆς ἀσπίδος του, διὰ τῆς ἀσπ., αὐτ. 182, πρβλ. 815, 824· εἰρωνικῶς, εὖ νύ τις αὐτὸν γνώσεται, καλὰ θὰ τὸν γνωρίσῃ μὲ ζημίαν του, Σ. 270, πρβλ. 125, Σοφ. Ἀντ. 960, Θεόκρ. 3. 15 (ὡς τὸ Λατ. sentire καὶ scire, Τερ. Εὐν. 1. 1, 21, Βεργ. Ἐκλ. 8. 43)· ἐνίοτε ὡσαύτως μ. γεν., γνώτην ἀλλήλων, ἐγίγνωσκον ἀλλήλους, περὶ ἀλλήλων…, Ὀδ. Φ. 36, πρβλ. Ψ. 109 (ἣν σύνταξιν ἐνίοτε εὑρίσκομεν μετὰ τοῦ εὖ εἰδώς)· οὕτω δὲ καὶ παρὰ πεζοῖς, Ξεν. Οἰκ. 16, 3. 2) ἑπομένων ἐξηρτημένων προτάσεων, γιγνώσκω δ’ ὡς…, ἐννοῶ ὅτι, καταλαμβάνω…, Ὀδ. Φ. 209· ἔγνως ὡς θεός εἰμι, Ἰλ. Χ. 10· ἔγνωκας ὡς οὐδὲν λέγεις Ἀριστοφ. Νεφ. 1095· οὕτω, γιγν. ὅτι… Αἰσχύλ. Πρ. 104, 377, κτλ.· ἵν’ εἰδῆτε ὑμεῖς καὶ γνῶτε ὅτι… Δημ. 561. 12· οὕτω, γνώμεναι εἴ μιν… φοβέουσι Ἰλ. Φ. 266· Τυδείδην δ’ οὐκ ἂν γνοίης, ποτέροισι μετείη Ε. 85· γ. τί πέπονθε Πλούτ. Φιλ. 60D·- οὕτω καὶ μετὰ μετοχ., ἔγνων μιν… οἰωνὸν ἐόντα, ἐνόησα ὅτι ἦτο…, Ὀδ. Ο. 532· γνόντες οὐδεμίαν σφίσι τιμωρίαν οὖσαν Θουκ. 1. 25· ἔγνωκα… ἠπατημένη Σοφ. Αἴ. 807· ἔγνων ἡττημένος ᾐσθάνθην ὅτι ἤμην νικημένος, Ἀριστοφ. Ἱππ. 658, πρβλ. Νεφ. 912· Ἀντιφ. 133. 20, Ξεν. Κύρ. 7. 2, 17· ὡσαύτως μ. γεν., ὅταν ἐνόησεν ὅτι…, ὡς γνῶ χωομένοιο Ἰλ. Δ. 357·- ἀλλὰ μετ’ ἀπαρ., ἵνα γνῷ τρέφειν, διὰ νὰ μάθῃ πῶς νὰ ἀνατρέφῃ, Σοφ. Ἀντ. 1089·- μ. διπλ. αἰτ., καταλαμβάνωγνωρίζω ὅτι ἄλλος τις εἶναι…, οἵους γνώσεσθε τοὺς ἀνθρώπους Ξεν. Ἀν. 1. 7, 4·- ἀπολ., ὁ γιγνώσκων, ὁ ἐννοῶν, ἀντίθ. πρὸς τὰ γιγνωσκόμενα, τὰ ἐννοούμενα, Πλάτ. Πολιτ. 508Ε· ἀλλά, ὁ γ., ὡσαύτως, ὁ ἐννοῶν τὰ πράγματα καὶ τὰς περιστάσεις, φρόνιμος ἄνθρωπος, συνετός, αὐτ. 347D·- οὕτως ἐν τῷ παθ., εἰ γνωσθεῖεν ᾧ… ἐὰν ἐγίνετο γνωστὸν περὶ αὐτῶν…, Πλάτ. Πρωτ. 342Β. ΙΙ. παρὰ πεζοῖς, παρατηρῶ, καὶ οὕτω σχηματίζω κρίσιν περί τινος πράγματος, κρίνωνομίζω οὕτω καὶ οὕτω, Ἡρόδ. 9. 2, Θουκ., κτλ.· τἀναντία γ. Ξεν. Ἑλλ. 2. 3, 38· οὕτω γ. ὁ αὐτ. Ἀν. 5. 9, 19, κτλ.· τὰ δίκαια γ. Λυσ. 164. 22· ἃ γιγνώσκω λέγειν (= τὴν ἐμὴν γνώμην λ.) Δημ. 40. 6· περὶ τῆς βοηθείας ταῦτα γιγνώσκω ὁ αὐτ. 14. 18· τοῦτο γιγνώσκων, ὅτι… Μένανδ. ἐν Ἀδηλ. 47, πρβλ. 113· ὡς ἐμοῦ ἀγωνιουμένου, οὕτω γίγνωσκε Ξεν. Κύρ. 2. 3, 15· ἀπολ., αὐτὸς γνώσει Πλάτ. Γοργ. 505C· ἰδίως ἐν διαλόγῳ, ἔγνων, ἐνόησα, ἐννοῶ, καταλαμβάνω, «κατάλαβα», Σοφ. Αἴ. 36· ἔγνως, ἔχεις δίκαιον, «καλὰ λέγεις», ὁ αὐτ. Τρῳ. 221, Εὐρ. Ἀνδρ. 885· ἔγνωκας; Λατ. tenes? Ναυσικρ. Ναυκρ. 1.– Παθ., διακηρύττομαι, γνωστὸς γίνομαι, ἐπὶ ἀποφάσεως ἢ κρίσεως, Θουκ. 3. 36· παρανόμως γνωσθεῖσα δίαιτα Δημ. 903. 11, πρβλ. 1360. 23· κρίσις ἐγνωσμένη ὑπό τινος Ἰσοκρ. 121Ε·- ὡσαύτως, κρίνω, δοκιμάζω, ὁρίζω, ἀποφασίζω νά…, μετ’ αἰτ. καὶ ἀπαρ., Ἡρόδ. 1. 74, 78., 6. 85, Θουκ. 1. 43, Ἀνδοκ. 14. 28, Ἰσοκρ. 361D, κτλ. 2) ἐπὶ προσώπων, δικαζόμενος εὑρίσκομαι ἔνοχος, κηρύττομαι ἔνοχος, Αἰσχύλ. Ἱκετ. 7· γνωσθέντα ζημιοῦσιν οἱ νόμοι Ἀριστ. Ρητ. Ἀλ. 16, 2. 3) παθ. πρκμ. μετὰ ἐνεργ. σημ., ὡμολόγηκεν ὑμᾶς ὑπάρχειν ἐγνωσμένους, ὅτι εἶσθε ἀποφασισμένοι (ἐκτὸς ἂν ἀναγνωσθῇ ἡμᾶς), Δημ. 303. 27·- πρβλ. γνώμη. ΙΙΙ. γνωρίζω σαρκικῶς, λαμβάνω πεῖραν σαρκικήν, Μένανδ. ἐν Ἀδήλ. 32, Καλλ. Ἐπ. 58. 3, καὶ συχν. παρὰ τοῖς Ἐβδ. IV. γ. χάριν, ὡς τὸ εἰδέναι, μόνον παρὰ μεταγεν., ὡς ἐν Δίωνι Κ. 39. 9, Πλουτ. Γάλβ. 22, κτλ. Β. Σπανιώτατα μεταβ. (πρβλ. ἀναγιγνώσκω), κάμνω γνωστόν, ἐξυμνῶ, κατὰ μέλλ., γνώσομαι τὰν ὀλβίαν Κόρινθον Πίνδ. Ο. 13. 3, πρβλ. 6. 150· κατ’ ἀόρ., πᾶσιν δ’ ἔγνωσεν… Μεγακλέα Συλλ. Ἐπιγρ. 2221. (Ἐκ √ΓΝΟ παράγονται πρὸς τούτοις τὰ νοέω (ὃ ἐ. γνοέω, πρβλ. ἀγνοέω), ἀμφιγνοέω, γνῶναι, (δι’ ἀναδιπλ.) γιγνώσκω, γνώμη, γνωρίζω· πρβλ. Σανσκρ. gn â, ǵânâmi (cognosco), ǵñânam (cognitio)· ǵñâs, ǵñâtis (gnotus ἢ notus)· Λατ. gnosco, notus, nomen, gnarus, i-gnoro· Γοτθ. kunnam (γιγνώσκειν), kunths (γνωστός), kunthi (γνῶσις)· Παλαιο – Σκανδ. kenna· Ἀγγλο – Σαξ. cnâwan· Παλαιο – Γερμ. knâu (Γερμ. kennen), κτλ. – Η ῥίζα αὕτη συνήθως ἀντιτίθεται πρὸς ἑτέραν ὁμοίας σημασίας, ὡς ἐν τῇ Ἑλλ. τὸ γνῶναι πρὸς τὸ ϝειδέναι, ἐν τῇ Ἀγγλ. τὸ know πρὸς τὸ wit ἢ wot, Γερμ. kennen πρὸς τὸ wissen (ἅπερ ἅπαντα ἔχουσιν ἀντιστοιχούσας ῥίζας), ὡς καὶ τὸ Λατ. novisse πρὸς τὸ scire, τὸ Γαλλικὸν connaître πρὸς τὸ savoir, κτλ. Ἡ ἀκριβὴς διάκρισις φαίνεται νὰ εἶναι αὕτη: ὅτι δηλ. τὰ μὲν τῆς πρώτης τάξεως ἐγνωκέναι, novisse, κτλ., σημαίνουσι γνῶσιν ἐκ παρατηρήσεως, τὰ δὲ τῆς δευτέρας εἰδέναι, scire, κτλ., γνῶσιν ἐκ σκέψεως καὶ συλλογισμοῦ, γνόντες δὲ εἰδότας περιορᾶν Θουκ. 1. 60· ἐγὼ δ’ οἶδ’ ὅτι γιγνώσκετε τοῦτον ἅπαντες Δημ. 318. 6· χαλεπόν ἐστι τὸ γνῶναι εἰ οἶδεν ἢ μή, εἶναι δύσκολον νὰ ἐννοήσῃ τις ἂν γνωρίζει ἢ ὄχι, Ἀριστ. Ἀν. Ὕστ. 1. 9, 5, πρβλ. *εἴδω Β. ΙΙ. 1. Ἡ πρώτη τῶν τάξεων τούτων συντάσσεται μετ’ αἰτιατ. συνήθως· ἡ δὲ δευτέρα ἀκολουθεῖται ὑπὸ ἐξηρτημένης προτάσεως ἀπαρεμφ. ἢ (ἐν τῇ Ἑλλην.) ὑπὸ μετοχῆς, ἴδε ἀνωτ. Ι, ἐν τέλ. Ἡ διάκρισις ἧττον αὐστηρῶς τηρεῖται ἐν τῇ Ἑλληνικῇ ἢ ἐν ἄλλαις γλώσσαις. Τὸ γιγνώσκω, συντασσόμενον ὡς τὸ οἶδα, σημαίνει: καταλαμβάνω, ἐννοῶ, ἴδε ἀνωτ. Ι. 2.) γιζί, ἡ, εἶδος κασσίας, Γαλην.· γίζιρ ἢ ζίγιρ Διοσκ. 1. 12.

French (Bailly abrégé)

f. γνώσομαι, ao.2 ἔγνων, pf. ἔγνωκα, pqp. ἐγνώκειν;
Pass. f. γνωσθήσομαι, ao. ἐγνώσθην, pf. ἔγνωσμαι;
I. propr. apprendre à connaître : εὖ νύ τις αὐτὸν γνώσεται IL (à sa vaillance et à ses coups) certes il apprendra à le connaître ; οἵους γνώσεσθε τοὺς ἀνθρώπους XÉN (quand je songe) quels vous apprendrez à connaître ces hommes, càd quelle opinion vous aurez d’eux, quand vous aurez appris à les connaître ; ◊ prov. γνῶθι σεαυτόν ARSTT apprends à te connaître toi-même;
II. se rendre compte, d’où
1 comprendre, reconnaître : ἀσπίδι γιγνώσκων IL (le) reconnaissant à son bouclier ; γ. ἠμὲν θεὸν ἠδὲ καὶ ἄνδρα IL discerner un dieu d’avec un homme ; γ. ὄρνιθας OD connaître le vol des oiseaux, càd en comprendre la signification ; γιγνώσκω σε SOPH je te comprends, je te devine ; avec le gén. : γ. ἀλλήλων OD se reconnaître l’un l’autre ; ὡς γνῶ χωομένοιο IL lorsqu’il s’aperçut qu’il se fâchait ; avec un part. en relat. avec le sujet : ἐπειδὰν γνῶσιν ἀπιστούμενοι XÉN lorsqu’ils s’aperçurent qu’on se défiait d’eux ; ἔγνωκα ἠπατημένη SOPH j’ai compris que j’étais trompée ; avec un acc. suivi de ὅτι ou d’un relat. τοὺς Πέρσας γιγνώσκων ὅτι οὕτως ὡπλισμένοι εἰσίν XÉN se rendant compte que les Perses sont ainsi armés ; τῶν Σωκράτην γιγνωσκόντων οἷος ἦν XÉN ceux qui savent bien ce qu’était Socrate ; avec un inf. : ἵνα γνῷ τρέφειν, etc. SOPH afin qu’il apprenne à prendre soin de, etc. ; abs. être sensé, être raisonnable : ἔγνως ἄν SOPH tu serais devenu raisonnable ; particul. dans le dialogue ἔγνων, je comprends, je sais ; ἔγνως, tu as compris, càd tu as raison, tu dis bien;
2 se faire une opinion, juger, penser : ὀρθῶς γ. περί τινος THC juger droitement de qch ; περὶ τῆς βοηθείας ταῦτα γιγνώσκω DÉM au sujet du secours, voilà ce que je pense;
3 en gén. prendre une décision, décider, résoudre : σὺ δ’ αὐτὸς γνῶθι τίνα πέμπειν δοκεῖ ESCHL mais décide toi-même qui tu crois devoir envoyer ; ἐγνωσμένον ἐστί LUC c’est chose décidée ; particul. en parl. de décisions judiciaires, politiques, etc.
4 connaître, avoir des relations intimes.
Étymologie: R. Γνω, connaître, avec redoubl. ; cf. lat. gno- dans cognosco, cognomen, etc.

English (Autenrieth)

fut. γνώσομαι, γνώσεαι, aor. ἔγνων, subj. γνώω, -ομεν, -ωσι, inf. γνώμεναι: come to know, (learn to) know, the verb of insight; γιγνώσκων ὅ τ' ἄναλκις ἔην θεός, ‘perceiving,’ Il. 5.331 ; ἀμφὶ ἓ γιγνώσκων ἑτάρους, ‘recognizing,’ Il. 15.241 ; ὁμηλικίην ἐκέκαστο | ὄρνῖθας γνῶναι, in ‘understanding’ birds, Od. 2.159.

Spanish (DGE)

• Alolema(s): dór., eol., jón. (pero Hom. γιγν-) y koiné γινώσκω

• Morfología: [dór. pres. 1aplu. γινώσκομες Sophr.102, 3aplu. γινώσκοντι Epich.84.4; fut. γνώσεται Il.18.270, contr. γνωσεῖται Call.Lau.Pall.123, cret. 2aplu. γνωσῆθε Orph.Fr.32b.4.6, pas. γνωσθήσομαι Ar.Nu.918, Th.1.124; aor. ind. ἔγνων Il.13.72, 3a plu. ἔγνον Pi.P.4.120, ép. sin aum. γνῶ Il.16.119, du. γνώτην Od.21.36, el. opt. 3a plu. γνοῖαν IO 16.19 (VI/V a.C.), subj. 3a sg. γνῷ Il.1.411, γνώομεν Od.16.304, γνώωσι Il.23.610, tard. γνώσῃ BGU 824.8 (I d.C.), inf. ép. γνώμεναι Il.21.266, el. γνōμαν IO 10.6 (VI/V a.C.), rod. γνώμειν Lindos 2B.2 (I a.C.), part. γνώσας POxy.1874.6 (VI d.C.), med. inf. γνώσασθαι Man.2.51, pas. ind. ἐγνώσθην A.Supp.7, E.El.852, Th.2.65; perf. ἔγνωκα S.Ai.807, pas. ἔγνωσμαι E.HF 1287, Th.3.38]
I gener.
1 conocer
a) c. ac. de pers. γιγνώσκω σε, θεά Il.5.815, en la máxima délfica γνῶθι σαυτόν conócete a ti mismo, Septem 3.1, cf. Pl.Prt.343b, Arist.Rh.1395a21, ὀλεῖς με, γιγνώσκω σε causarás mi ruina, te conozco (sé que vas a perderme), S.Ph.1388, γιγνώσκετε τοῦτον ἅπαντες D.18.276, μαθόντες οὐδὲν πλεῖον ἢ 'μὲ γ. no habiendo aprendido otra cosa que a conocerme los plagiarios, Babr.proem.2.12 (p.140), c. el ac. y un part. concert. ὅτε δὴ γίγνωσκε θεοῦ γόνον ἠΰν ἐόντα como iba conociendo que era el ínclito vástago de un dios, Il.6.191, γίνωσκε δέ με ... εἰληφότα τὰ ζεύγη PHamb.27.13 (III a.C.), cf. Charito 1.4.6, c. el ac. prolép. y complet. οὔ τι γινώσκων θεοὺς ... οἵτινές εἰσι Heraclit.B 5, Σωκράτην γιγνωσκόντων, οἷος ἦν de los que conocían a Sócrates, cómo era X.Mem.4.8.11, Πέρσας γιγνώσκων ὅτι οὕτως ὡπλισμένοι εἰσίν X.Cyr.2.1.11;
b) c. ac. de abstr. conocer, saber αὐτοὶ τόδε που γιγνώσκετε Il.12.272, οὐδάμα πὦσλον ... γινώσκοντες Alc.69.6, aplicado al verdadero conocimiento de algo, op. incluso a μανθάνειν: οὐδὲ μαθόντες γινώσκουσιν (τοιαῦτα) Heraclit.B 17, por parte de la divinidad ὁ Θεὸς τὰ ὄντα γινώσκει Dion.Ar.DN 7.2;
c) c. or. complet. γιγνώσκω δ' ὡς ... ἱκάνω Od.21.209, γ. ὅτι σοφόν ἐστι Heraclit.B 108, cf. A.Pr.104, Pl.Phlb.60e, οἵους ... γνώσεσθε τοὺς ἐν τῇ χώρᾳ ὄντας ἀνθρώπους sabréis qué clase de hombres son X.An.1.7.4, frec. en fórmulas epistolares γ. σε θέλω ὅτι quiero que sepas que, te hago saber que, BGU 824.6 (I d.C.), SB 10446.8 (III d.C.), PLugd.Bat.19.21.7 (VI d.C.), γνῶναί σε θέλω ὅτι POxy.3816.4 (III/IV d.C.);
d) abs. πᾶς ... ὁ γιγνώσκων todo hombre sabio, prudente Pl.R.347d, ὁ γιγνώσκων el que conoce op. τὰ γιγνωσκόμενα ‘los objetos de conocimiento’ Pl.R.508e, ref. al conocimiento del hombre de fe εἰ δὲ λέγεις τὸν πιστεύοντα καὶ γ. Basil.Ep.234;
e) en v. pas. c. or. complet. ser conocido, saberse γνωσθήσει ποτ' Ἀθηναίοις οἷα διδάσκεις algún día se sabrá entre los atenienses qué cosas enseñas Ar.Nu.918, εἰ γνωσθεῖεν ᾧ περίεισιν Pl.Prt.342b, ἡμᾶς ... ἐγνωσμένους ... λέγειν se ha sabido que nosotros hablamos D.18.228, ἂν γνωσθῇ καθ' ὅν τινα τόπον si se supiera en qué lugar Aen.Tact.37.5.
2 en aor. (a veces fut.) enterarse, darse cuenta, advertir, reparar en, aprender
a) c. ac. compl. dir. sólo ὄφρα κ' ἔτι γνῶμεν Τρώων νόον Il.22.382, γυναικῶν γνώομεν ἰθύν descubramos la intención de las mujeres, Od.16.304, cf. 1.3, Hes.Fr.43a.77, γνόντες τῶν συμφορῶν ... τὸ μέγεθος haciéndose conscientes de la dimensión de sus calamidades And.Myst.107, o c. part. concert. ἔγνων ... οἰωνὸν ἐόντα advertí que era un águila, Od.15.532, cf. Th.1.25, o prolép. y or. complet. οὐδέ νύ πώ με ἔγνως ὡς θεός εἰμι ni siquiera te diste cuenta de que soy una diosa, Il.22.10, φιάλαν, ἃν οὐδεὶς ἐδύνατο γνώμειν ἐκ τίνος ἐστι Lindos l.c., en v. pas. ἐγνώσθη ἡ βουλή su plan fue descubierto LXX 1Ma.9.60, φυλάττεσθαι ... μὴ γνωσθείη παρὰ τῆς δεσποίνης Hld.1.11.4;
b) c. constr. de part. concert. c. un gen. ὡς γνῶ χωομένοιο al darse cuenta de su ira, Il.4.357, ἆρα γνώσεται ... ἐμοῦ χαριεντιζομένου; Pl.Ap.27a, o c. el suj. παθὼν δέ τε νήπιος ἔγνω el simple aprende con el sufrimiento Hes.Op.218, ὅτε δὴ 'γνων ... ἡττημένος Ar.Eq.658, ἐπειδὰν γνῶσιν ἀπιστούμενοι en cuanto se enteran que no se confía en ellos X.Cyr.7.2.17
en v. pas. τετελευτηκότα γνωσθῆναι se le encontró muerto Hld.7.11.4;
c) c. inf. ἵνα ... γνῷ τρέφειν τὴν γλῶσσαν ἡσυχωτέραν para que aprenda a cultivar un lenguaje más moderado S.Ant.1089;
d) c. or. interr. indir. o complet. γνώμεναι εἴ μιν ἅπαντες ἀθάνατοι φοβέουσι Il.21.266, ἔγνων ὡς θεὸς ἦσθα h.Ven.186, cf. Il.23.610, Hp.Fract.3, ἵν' ... γνῶθ' ὅτι D.21.143, γνῶθι πῶς ἄλλῳ κέχρηται Epich.245, χαλεπὸν δ' ἐστὶ τὸ γνῶναι εἰ οἶδεν ἢ μή Arist.APo.76a26, en fut. γνώσῃ πῶς aprenderás cómo Arr.Epict.1.18.7;
e) abs. ἔγνων, Ὀδυσσεῦ yo me dí cuenta, Odiseo S.Ai.36;
f) fig. advertir el efecto de una acción sobre la propia persona, comprobar, experimentar sobre uno mismo εὖ νύ τις αὐτὸν γνώσεται Il.18.270, γνώσεται δὲ τὸν Διὸς Διόνυσον E.Ba.859, νῦν ἔγνων τὸν Ἔρωτα Theoc.3.15.
3 en perf. estar enterado, saber εὖ νιν (καιρόν) ἔγνωκεν bien sabe (la ocasión propicia) Pi.P.4.287, ἔλεγε καὶ αὐτὸς μὲν ἐγνωκέναι (τὸ πᾶν) dijo que estaba enterado (de todo) Ach.Tat.2.4.1, del hombre bautizado que posee la verdad οὔκουν ἀτελὴς ὁ ἐγνωκὼς τὸ τέλειον Clem.Al.Paed.1.6.25, abs. οἱ ἐγνωκότες los que poseen la sabiduría Plot.2.9.15, c. dif. constr. ἔγνωκα γὰρ δὴ φωτὸς ἠπατημένη me he dado cuenta, e.e., sé que he sido engañada por el hombre S.Ai.807, ἆρα δῆτ' ἔγνωκας ὡς οὐδὲν λέγεις; ¿pero te das cuenta de que no dices nada? Ar.Nu.1095.
4 ref. a palabras, pensamientos, situaciones entender, comprender ἐγνωκέναι τὸ ῥηθέν Antiph.194.16, ἔδειξα ... οὕτω γινώσκοντα τὸν Ἱπποκράτην he demostrado que así lo entiende Hipócrates Gal.15.744
abs. γιγνώσκω, φρονέω Od.16.136, Ζεὺς δ' ἄφθιτα μήδεα εἰδὼς γνῶ Hes.Th.551, ἔγνως has comprendido, estás en lo cierto S.Tr.1221, E.Andr.883, γνοὺς δὲ ἐκεῖνος κελεύει ... Th.1.91, ἔγνωκας has acertado (un enigma), Nausicr.1.5.
II en cont. que implican un conocimiento anterior
1 gener. en pres. o fut. en cont. o constr. disyuntiva distinguir, discernir ὄφρ' εὖ γιγνώσκῃς ἠμὲν θεὸν ἠδὲ καὶ ἄνδρα para que distingas a un dios de un hombre, Il.5.128, οἱ τά τε δεινὰ καὶ ἡδέα σαφέστατα γιγνώσκοντες Th.2.40, Τυδεΐδην δ' οὐκ ἂν γνοίης ποτέροισι μετείη no podrías distinguir con qué bando va el Tidida, Il.5.85, cf. 23.497, en v. pas. ἐκ τῆς προκειμένης ἐφόδου γνωσθήσεται πότερον ... Vett.Val.19.22
medic., sólo pres. reconocer, diagnosticar ἅπερ (τρώματα) ... ἐστὶν ὁρώντα γινώσκειν (heridas) que precisamente es posible reconocer con la vista Hp.VC 10, ἢν ... γινώσκῃς ἔμπυον γινόμενον Hp.Morb.2.27, c. complet. ἢν δέ τι τῶν εἰρημένων πλεονάζῃ, χρὴ γινώσκειν ὅτι ... Hp.Fract.5.
2 gener. aor. (o fut.) reconocer c. ac. αὐτίκα δ' ἔγνω Παλλάδ' Ἀθηναίην Il.1.199, ἴχνια γὰρ ποδῶν ... ῥεῖ' ἔγνων ἀπιόντος Il.13.72, οὐδέ σ' ἐγώ γε πρὶν ἔγνων Od.19.475, τὸν μὲν ἐσελθόντ' ἔγνον ὀφθαλμοὶ πατρός Pi.P.4.120, ὄρνιθας γνῶναι reconocer los pájaros (que sirven para dar un presagio) Od.2.159, cf. Call.Lau.Pall.123, γνῶ ... ἔργα θεῶν Il.16.119, ἵνα ... γνῷ ... ἣν ἄτην Il.1.411, τὴν φωνὴν γνοὺς αὐτοῦ Pl.Prt.310b
c. gen. ἀλλήλων reconocerse mutuamente οὐδὲ ... γνώτην ἀλλήλων Od.21.36, cf. 23.109
en v. pas. Ὀρέστης ... ἐγνώσθη δ' ὑπὸ γέροντος E.El.852, cf. HF 1287, ἐπὶ πλέον ἔτι ἐγνώσθη ἡ πρόνοια αὐτοῦ (pero cuando murió) todavía fue más reconocida su capacidad de previsión Th.2.65, Κᾶρες ἐφάνησαν, γνωσθέντες τῇ τε σκευῇ Th.1.8
en v. med. del aor. sigm. sent. pas. ἀριφραδέες τελέθουσιν γνώσασθαι κύκλοι las órbitas resultan fáciles de reconocer Man.2.51
en pres. c. matiz de repetición γίγνωσκε δ' ἄρα φρεσὶ πάσας y a todas (las criadas) las iba reconociendo en su corazón, Od.22.501, πῶς ψε καὶ γινώσκομες; ¿cómo les reconocemos? Sophr.l.c., c. dat. instrum. ἀσπίδι γιγνώσκων reconociendo (al Tidida) por el escudo, Il.5.182.
III rel. c. la opinión, el juicio
1 formarse una opinión, pensar, juzgar οἵ περ ... ταὐτὰ ἐγίνωσκον ellos precisamente pensaban lo mismo Hdt.9.2, cf. Th.1.77, Longus 4.11.3, ὀρθῶς γιγνώσκειν περὶ τοῦ μὴ ἐπεξιέναι tener una opinión acertada sobre la negativa a partir Th.2.22
c. part. concert. c. el suj. ἕως μὲν οὖν ... ἐγίγνωσκέ μου καταψευσάμενος mientras que él pensaba que me estaba engañando Antipho 5.33
c. interr. indir. αἰ τὸ[ν] ὅρκον παρβαίνοιαν, γνōμαν τὸρ ἰ[α] ρομάορ que los hiaromaos de Olimpia juzguen si han violado el juramento, IO 10.6 (VI/V a.C.)
c. doble ac. considerar como ταύτην γὰρ ἀγαθὸν πρῶτον ... ἔγνωμεν Epicur.Ep.[4] 129, ἔνθεα δ' ἔργα γνωσῆθ' ἀθανάτας ἄξια τῶδε ναῶ Orph.l.c., τὰ ἐκείνου σωφρόνως ἔγνωκεν ἀπαραίτητα πτώματα Hld.2.7.1.
2 tomar una decisión, decidir, decretar τὰ δίκαι' ... γινώσκειν tomar una decisión justa Hes.Op.281, Lys.22.2, περὶ τῶν αἰτημάτων ... οὕτως γεινώσκω PLond.1912.52 (I d.C.)
abs. γινώσκειν δὲ ἀγαθοῦ del sabio es propio tomar una decisión Democr.B 229, αὐτὸς γνώσῃ Pl.Grg.505c
c. interr. indir. σὺ δ' αὐτὸς ἤδη γνῶθι τίνα πέμπειν δοκεῖ decide ya tú mismo a quién quieres enviar A.Th.650, γνῶναί τ' ἔπειτ', ἀρχαῖον ὄνειδος ... εἰ φεύγομεν, Βοιωτίαν ὗν y que decidan luego si nos libramos del viejo oprobio de la ‘cerda beocia’ Pi.O.6.89
c. inf. no concert. Ἀλυάττεα γὰρ ἔγνωσαν δοῦναι τὴν θυγατέρα decidieron que Aliates entregara a su hija Hdt.1.74, cf. Isoc.17.16, D.C.36.46.1, tb. concert. ἔγνωσαν ... καταδέξασθαι And.Myst.107, cf. Ptol.Geog.1.1
en v. pas. ser decretado, ser pronunciado, ser tomada una decisión ὠμὸν τὸ βούλευμα καὶ μέγα ἐγνῶσθαι Th.3.36, (κρίσις) ὑπὸ μὲν τῶν ἐχθρῶν ἐγνωσμένη sentencia decretada por los enemigos Isoc.6.30
impers. ἔγνωσται c. inf. está decidido ἀποθανεῖν μὲν οὖν ἔγνωσται X.Eph.3.10.3.
3 en v. pas. c. suj. de pers. ser encontrado culpable οὔτιν' ... δημηλασίαν ... γνωσθεῖσαι a ninguna suerte de destierro sentenciadas por el pueblo A.Supp.7, cf. IG 13.14.30 (V a.C.), Anaximen.Rh.1431b31.
IV sent. fís., c. ac. de pers. conocer carnalmente, mantener relaciones sexuales euf. por poseer ὁ δέ μ' ἠκολούθησεν ... ἔπειτα ... ἔγνω μ' Men.Fr.382, τάς τε κόρας πρὸ τοῦ γαμίσκεσθαι αὐτὸς ἐγίνωσκεν Heraclid.Lemb.Pol.64
gener. Αδαμ δὲ ἔγνω Ευαν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ LXX Ge.4.1, cf. Plu.Galb.9, Eu.Matt.1.25, Hsch.s.u. ἔγνω
en v. med. mismo sent. εἰ δέ με γνώσεταί τις αἰσχρῶς Hld.1.8.3.
V factit. dar a conocer, celebrar, cantar γνώσομαι τὰν ὀλβίαν Κόρινθον Pi.O.13.3.
VI χάριν γνῶναι mostrar agradecimiento, dar las gracias, ser reconocido πολλὴν γνοῦσα χάριν X.Eph.3.5.11, cf. Charito 3.2.12
c. dat. χάριν τῇ τε βουλῇ καὶ τῷ δήμῳ ... ἔγνω D.C.39.9.1, cf. Charito 8.5.6, χάριν ἐγνωκέναι Clem.Al.Strom.3.3.12.

• Etimología: Pres. c. red. y suf. -σκ- de *gnH3- en grado ø alargado c. ō analóg., cf. lat. nōscō, que c. otros vocalismos ha dado gót. kann, lituan. pažintas, ags. cnāwan.

Greek Monolingual

και γινώσκω (AM γιγνώσκω και γινώσκω)
1. φρ. «γνῶθι σ’ αὐτόν» — γνώρισε, μάθε τον εαυτό σου
2. (μτχ. παθ. παρακμ.) εγνωσμένος, -η, -ο
γνωστός, αποδεκτός
νεοελλ.
(με αρθρ. ως ουσ.) «το γνώθι σ’ αυτόν» — η αυτογνωσία, η αυτεπίγνωση
μσν.
είμαι συνηθισμένος, συνηθίζω να...
αρχ.
Ι. 1. αρχίζω να εννοώ, καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι, (και στους ιστορικούς χρόνους) ξέρω, γνωρίζω παρατηρώντας, ύστερα από παρατήρηση (διακρίνεται από το οίδα
γνωρίζω ύστερα από συλλογισμό ή σκέψη)
2. ξεχωρίζω, διακρίνω, αναγνωρίζω
3. αισθάνομαι, συναισθάνομαι, νιώθω
4. θεωρώ ως, εκλαμβάνω
5. (στους πεζογράφους κυρίως) σχηματίζω μια κρίση, παρατηρώ και κρίνω, έχω τη γνώμη
6. κρίνω κάποιον, δικάζω, εκδίδω απόφαση
7. (και εκκλ.) γνωρίζω σαρκικώς, αποκτώ σαρκική πείρα
8. κάνω γνωστό, εξυμνώ, εκθειάζω
9. «γιγνώσκω χάριν» — χρωστάω ευγνωμοσύνη
II. παθ.
1. γίνομαι γνωστός, γίνεται γνωστό για μένα ότι.
2. (για αποφάσεις δικαστικές ή προτάσεις) κηρύσσομαι, απαγγέλλομαι, γνωστοποιούμαι
3. (για πρόσωπα) κηρύσσομαι ένοχος ύστερα από δίκη
4. (ο παρακμ. με ενεργ. σημ.) ἔγνωσμαι
είμαι αποφασισμένος, έχω πάρει απόφαση
5. (η μτχ. ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα γιγνωσκόμενα
αυτά που εννοεί κανείς, το αντικείμενο της παρατήρησης
III. 1. (σε αντίθ. με την ενεργ. μτχ. ενεστ.) ὁ γιγνώσκων
α) αυτός που γνωρίζει, αντιλαμβάνεται
β) (επεκτ.) αυτός που εννοεί τα πράγματα και τις περιστάσεις, φρόνιμος, συνετός
2. φρ. (συνήθ. σε διάλογους) (αόρ. β) α) ἔγνων
καταλαβαίνω
β) ἔγνως
έχεις δίκιο, σωστά.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο ενεστ. γιγνώσκω έχει θέμα γνω - (< ινδοευρ. ρίζα gnō - «ξέρω, αναγνωρίζω») και χαρακτηρίζεται από ενεστ. αναδιπλασιασμό και επίθημα -σκ -, που εκφράζει την πραγματοποίηση της πράξεως έπειτα από επανειλημμένες προσπάθειες. Ο ενεστ. -αλλά χωρίς αναδιπλασιασμό (πρβλ. επιδαυρ. γνώσκω)
απαντάται σε άλλες ινδοευρ. γλώσσες
πρβλ. λατ. nōscō, αρχ. περσ. xšnāsa (hiy) «να παρατηρείς». το β' ενικό πρόσ. της ευκτ. αορ. γνοίης (οριστ. έγνων) αντιστοιχεί με το αρχ. ινδ. jneyāh. To ρηματ. όνομα γνωτός < gnō - -s (του οποίου το ō- αντί -ŏ- πρβλ. δίδωμι: δο-τός, τίθημι: θε-τός— είναι πιθ. υστερογενές από τους ρηματικούς τύπους) ταυτίζεται με λατ. nōtus, αρχ. ινδ. jnā -. To ίδιο θέμα εμφανίζεται και στον παρακμ. έγνωκα, λατ. nōvī, αρχ. ινδ. jajnau. To ουσ. γνώσις < gnō -ti ταυτίζεται με λατ. nōti -ō, αρχ. ινδ. -jnāti-, αλλά ίσως η ταύτιση αυτή οφείλεται σε νεώτερο σχηματισμό. Μεταπτωτική σχέση της ρ. γνω- με άλλες βαθμίδες ρίζας (π. χ. gon-, πρβλ. γερμ. γοτθ. kann, gnƏ-, λιθ. pažintas «γνωστός», gnẽ, αγγλοσαξ. cnāwan «ξέρω») προϋποθέτει κοινή αναγωγή σε αρχική δισύλλαβη ρίζα. Η ομοηχία εξάλλου του ρ. γιγνώσκω με το ρ. γίγνομαι—στην οποία οφείλεται εν μέρει και η ευρύτερη διάδοση στην Ελληνική της ρίζαςgnō— οδήγησε στην υπόθεση ετυμολογικής σχέσεως τών δύο ρημάτων, η οποία θα προϋπέθετε ομοίως αναγωγή σε αρχική δισύλλαβη ρίζα (γενη-) και η οποία εν πάση περιπτώσει δεν είναι δυνατόν να αποδειχθεί. Ο τ. γῑνώσκω, ο οποίος επικράτησε στις περισσότερες διαλέκτους κατά τους ιστορικούς χρόνους, προήλθε από το γιγνώσκω, με ερρίνωση του δεύτερου -γ-, εξαιτίας ανομοιώσεως προς το πρώτο, και εν συνεχεία αποβολή αυτού, με έκταση του φωνήεντος -ι, δηλ. gĭgno- > gĭnno- > gĭyno- > gīno - (πρβλ. και γίγνομαι / γίνομαι). Στις διάφορες ινδοευρ. γλώσσες δύο ήταν οι βασικές σημασίες που εκφράστηκαν με λέξεις αυτής της οικογένειας: α) «ξέρω (κάτι) ως γεγονός»
β) «γνωρίζω, έχω γνώση (προσώπου ή πράγματος)». Οι λέξεις που δήλωναν τις σημασίες αυτές ήταν αρχικά, και σε ορισμένες γλώσσες εξακολουθούν να είναι, διαφορετικές, αλλά πολλές φορές η διάκριση δεν είναι σαφής (πρβλ. γαλλ. savoir, που σε μερικές φράσεις η σημασία του δύσκολα ή και καθόλου δεν διακρίνεται από αυτήν του connaitre). Οι λέξεις που εκφράζουν τη δεύτερη σημασία είναι πιο διαδεδομένες, με αποτέλεσμα σε αρκετές γλώσσες να χρησιμοποιούνται για να δηλώσουν και την πρώτη σημασία. Εξάλλου ορισμένες λέξεις με τη σημ. «ξέρω» εξελίχθηκαν σημασιολογικά από τη σημ. «ξέρω πώς (να κάνω κάτι)» στη σημ. του «μπορώ» — πρβλ. αγγλ. can, γερμ. konnen (π. χ. ich kann Deutsch «ξέρω γερμανικά»), λιθ. moketi «ξέρω πώς, μπορώ». Η αντίθετη εξέλιξη παρατηρήθηκε στο ελλ. επίσταμαι «γνωρίζω πώς να κάνω κάτι» (Ομ.) και αργότερα «γνωρίζω καλά, είμαι ειδήμων, ξέρω». Ο αρχ. παρακμ. οίδα (< woida «έχω δει» και μετά «ξέρω» < ινδοευρ. weid - «βλέπω») με σημ. ενεστώτα, του οποίου η β 'σημ. είτε ίσχυσε και για τους άλλους χρόνους είτε καθιερώθηκε μια ξεχωριστή κλίση γι' αυτή τη σημ. Στη Νέα Ελληνική αντί του γιγνώσκω και τών συνωνύμων του χρησιμοποιούνται τα γνωρίζω και ξέρω< μσν. (η) ξευρω.
ΠΑΡ. γνώμη, γνώμονας (Α γνώμων), γνώριμος, γνώση(-ις), γνώστης, γνωστόςαρχ. γνωστήρ - αρχ.-μσν. γνωτός.
ΣΥΝΘ. αναγιγνώσκω (και αναγινώσκω), διαγιγνώσκω, καταγιγνώσκω, μεταγιγνώσκω, προγιγνώσκω - αρχ. ανταναγιγνώσκω, απαναγιγνώσκω, απογιγνώσκω, διαγιγνώσκω, διαναγιγνώσκω, εγγιγνώσκω (και εγγινώσκω), εξαναγιγνώσκω, επαναγιγνώσκω, επιγιγνώσκω (και επιγινώσκω), επιδιαγιγνώσκω (και επιδιαγινώσκω), καταγιγνώσκω (και καταγινώσκω), καταναγιγνώσκω, παραγιγνώσκω (και παραγινώσκω), προαναγιγνώσκω, προαπογιγνώσκω, προγιγνώσκω, προδιαγιγνώσκω, προεπιγιγνώσκω, προκαταγιγνώσκω, προσαναγιγνώσκω, προσγιγνώσκω, προσκαταγιγνώσκω, συγγιγνώσκω (και συγγινώσκω), συγκαταγιγνώσκω (και συγκαταγινώσκω), συναναγιγνώσκω, συνδιαγιγνώσκω, συμπρογιγνώσκω, υπαναγιγνώσκω)].

Greek Monotonic

γιγνώσκω: Ιων. και στα μεταγεν. ελλ. γινώσκω, μέλ. γνώσομαι, παρακ. ἔγνωκα, αόρ. βʹ ἔγνων (όπως από ρήμα σε -μι), Επικ. γνῶν, υποτ. γνῶ, Επικ. γνώω, γνώομεν, γνώωσι, απαρ. γνῶναι, Επικ. γνώμεναι· Παθ., μέλ. γνωσθήσομαι, αόρ. αʹ ἐγνώσθην, παρακ. ἔγνωσμαι·
I. μαθαίνω να γνωρίζω, αντιλαμβάνομαι, κατανοώ, μαθαίνω, σημειώνω, και στους παρελθοντικούς χρόνους γνωρίζω· με αιτ., σε Όμηρ. κ.λπ.· επίσης, διαχωρίζω, διαφοροποιώ, διακρίνω, ὡς εὖ γιγνώσκῃς ἠμὲν θεὸν ἠδὲ καὶ ἄνδρα, να διαχωρίζεις τους θεούς από τους ανθρώπους, σε Ομήρ. Ιλ.· με γεν., γνώτην ἀλλήλων, γνώριζε ο ένας την ύπαρξη του άλλου, σε Ομήρ. Οδ.· γνῶ χωομένοιο, γνώριζε ότι ήταν θυμωμένος, σε Ομήρ. Ιλ.· με μτχ., ἔγνων μιν οἰωνὸν ἐόντα, αντιλήφθηκα ότι ήταν πτηνό ως ένδειξη οιωνού, σε Ομήρ. Οδ.· ἔγνων ἡττημένος, ένιωσα πως είχα ηττηθεί, σε Αριστοφ.· επίσης με απαρ., ἵνα γνῷ τρέφειν, για να μπορέσει να μάθει πώς να ανατρέφει, σε Σοφ.
II. παρατηρώ, σχηματίζω γνώμη, κρίση για μια κατάσταση, κρίνω ή σκέπτομαι μ' αυτόν τον τρόπο, σε Ηρόδ., Αττ.· στους διαλόγους: ἔγνων, καταλαβαίνω, σε Σοφ. — Παθ., εκφέρομαι, διακηρύσσομαι, γίνομαι γνωστός, λέγεται για πρόταση, απόφαση ή κρίση, σε Θουκ. κ.λπ.· επίσης, κρίνω, αποφασίζω, ορίζω, εκδίδω διάταγμα, με αιτ. και απαρ., σε Ηρόδ. κ.λπ. (το γιγνώσκω είναι αναδιπλασιασμός από √ΓΝΩ, πρβλ. γνῶναι, γνωτός κ.λπ.· όμοια με το Λατ. gnosco).

Russian (Dvoretsky)

γιγνώσκω: дор.-ион. и поздн. γῑνώσκω (fut. γνώσομαι; pf. ἔγνωκα; aor. 2 ἔγνων - эп. γνῶν, imper. γνῶθι, conjct. γνῶ - эп. тж. γνώω, inf. γνῶναι - эп. γνώμεναι, part. γνούς; pass.: fut. γνωσθήσομαι, aor. ἐγνώσθην, pf. ἔγνωσμαι)
1) узнавать, познавать, знакомиться (τινά Hom., Xen., Plut.): γνῶθι σεαυτόν Arst. познай самого себя; εἰδέναι τότ᾽ οἰόμεθα ἕκαστον, ὅταν τί ἐστι γνῶμεν Arst. знаем мы, по нашему мнению, (лишь) то, сущность чего мы познали;
2) (об уже знакомом) узнавать, опознавать: γ. τρυφαλείῃ Hom. узнать по щиту; τὴν φωνὴν γνοὺς αὐτοῦ Plat. узнав его голос; γ. ἀλλήλων Hom. узнать друг друга;
3) осознавать, замечать; понимать, знать: ὄρνιθας γνῶναι Hom. знать птиц, т. е. быть сведущим в птицегадании; γιγνώσκω σε Soph. я понимаю тебя, т. е. вижу твои намерения; ὅτε ἔγνων ἡττημένος Arph. когда я увидел, что побежден; ἔγνως ἄν … Soph. ты понял бы …; Ἰόλην ἔλεξας …; Ἔγνως Soph. ты имел в виду Иолу? - Ты угадал; ἵνα γνῷ τρέφειν τὴν γλῶσσαν ἡσυχωέραν Soph. чтобы он умел быть сдержаннее в своих речах; παθὼν ἔγνω погов. Hes., Plat. он научился на горьком опыте; πᾶς ὁ γιγνώσκων Plat. всякий разумный человек;
4) полагать, считать; судить (περί τινος Thuc., Plut.): ταὐτὰ γ. Her., Xen. быть того же мнения; γ. ταῦτα Dem. или οὔτω Xen. держаться следующего взгляда; τἀναντία τινὶ γ. Xen. придерживаться мнения противоположного чьему-л.;
5) решать, определять, постановлять (σὺ δ᾽ αὐτὸς ἤδη γνῶθι τίνα πέμπειν δοκεῖ Aesch.): κρίσις ὑπό τινος ἐγνωσμένη Isocr. вынесенное кем-л. решение; τὴν πόλιν ἐγνωκότος αὐτοῦ κολάζειν Thuc. когда он решил наказать город; ἐγνωσμένον ἐστί Luc. решено;
6) принимать во внимание, учитывать (γνόντες τοῦτον ἐκεῖνον εἶναι τὸν καιρόν, ἐν ᾧ … Thuc.);
7) вступать в половые отношения, познавать (γυναῖκα Plut.; ἄνδρα NT);
8) признавать виновным, осуждать: ψήφῳ πόλεως γνωσθεῖσαι Aesch. подвергшиеся публичному осуждению;
9) делать известным, прославлять (τὰν ὀλβίαν Κορίνθον Pind.).

Etymological

Grammatical information: v.
Meaning: come to know, perceive (Il.).
Other forms: Ion. etc. γινώσκω (cf. γίνομαι beside γίγνομαι), Epidaur. γνώσκω, aor. γνῶναι, perf. ἔγνωκα, fut. γνώσομαι, with analog. -σ- γνωσθῆναι, ἔγνωσμαι, later σ-aor. γνώσασθαι (Man.)
Compounds: Many compounds on which see the dictionaries.
Derivatives: γνῶσις inquiry, knowledge (Ion.-Att.), often in comp., e.g. ἀνά-γνωσις recognizing to ἀνα-γιγνώσκω recognize; γνώμη thought, judgement (Thgn.); rare γνῶμα token, opinion (Hdt.); usual γνώμων m. (f.) interpreter, expert etc. (Ion.-Att.; from there Lat.-Etr. grōma, Lat. norma); - γνωτός known (Il.), often with -σ- γνωστός (A.; ἄγνωστος Od.) as in γνωστήρ surety, witness (X.), γνώστης id. (LXX), etc. - Separate with ρ-suffix γνώριμος well-known, familiar (Od.), γνωρίζω make known, become acquainted with (Ion.-Att.), γνώρισις, γνώρισμα, γνωρισμός, γνωριστής etc. - With unexplained vocalism ἀγνοέω not perceive, recognize (Il.; ἠγνοίησα with false -οι-; s. Chantr. Gramm. hom. 1, 99) with ἀγνοία, ἄγνοια (Att.), after νοέω and compounds?, ἀνοία, ἄνοια etc.; not from *ἄγνο-Ϝος beside ἀγνώς, ἀγνῶτος unknown (Od.).
Origin: IE [Indo-European] [376] *ǵenh₃- recognize, get to know
Etymology: γιγνώσκω resembles Lat. (g)nōscō, OP xšnāsa- in xšnāsāhiy you shall recognize (subj.) etc., also Alb. ńoh, but these have full grade *ǵneh₃- whereas Greek probably has zero *ǵn̥h₃-sk-; so γνωτός resembles Lat. nōtus, Skt. jñātá- (and OIr. gnāth known, Toch. B a-knātse unknowing), but the Greek form is rather *ǵn̥h₃tos. Cf. further OCS znajǫ, znati recognize. On ἀγνοέω s. above; on γέγωνα s. v. Old ablaut e.g. in Goth. kann, pl. kunnum, ptc. kunÞs known (*ǵnh₃-to); (unclear OE. cnāwan know); Lith. žénklas token (with acute from *ǵenh₃-), pa-žìntas known, Arm. aor. can-eay I recognized (zero grade). - With γνώριμος cf. Lat. gnārus < *ǵnh₃-ro. - γνῶσις = Lat. nōti-ō = Skt. -jñāti- can be independent formations.

Middle Liddell

γιγνώσκω ις ρεδυπλ. φρομ Ροοτ !γνω, cf. γνῶναι, γνωτός, etc.: so Lat. gnosco.]
I. to learn to know, to perceive, mark, learn, and in past tenses, to know, c. acc., Hom., etc.:—also to discern, distinguish, ὡς εὖ γιγνώσκηις ἠμὲν θεὸν ἠδὲ καὶ ἄνδρα that thou mayst discern between gods and men, Il.: c. gen., γνώτην ἀλλήλων were aware of each other, Od.; γνῶ χωομένοιο was aware of his being angry, Il.:—c. part., ἔγνων μιν οἰωνὸν ἐόντα perceived that he was a bird of omen, Od.; ἔγνων ἡττημένος I felt that I was beaten, Ar.:—but c. inf., ἵνα γνῶι τρέφειν that he may learn how to keep, Soph.
II. to observe, to form a judgment on a matter, to judge or think so and so, Hdt., attic: in dialogue, ἔγνων I understand, Soph.:—Pass. to be pronounced, of a sentence or judgment, Thuc., etc.:— also, to judge, determine, decree that… , c. acc. et inf., Hdt., etc.