Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰχθυδόκος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: ἰχθῠδόκος Medium diacritics: ἰχθυδόκος Low diacritics: ιχθυδόκος Capitals: ΙΧΘΥΔΟΚΟΣ
Transliteration A: ichthydókos Transliteration B: ichthydokos Transliteration C: ichthydokos Beta Code: i)xqudo/kos

English (LSJ)

ον, (δέχομαι)

   A holding fish, σπυρίδες AP6.4 (Leon.).

Greek (Liddell-Scott)

ἰχθυδόκος: -ον, (δέχομαι) ὁ δεχόμενος ἐντὸς, ἢ ἐντὸς τοῦ ὁποίου θέτουσιν ἰχθῦς, σπυρίς, «ψαροζέμπιλον», Ἀνθ. Π. 6. 4.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui contient des poissons.
Étymologie: ἰχθύς, δέκομαι.

Greek Monolingual

ἰχθυδόκος, -ον (Α)
αυτός που μέσα του τοποθετούν ψάρια («ἰχθυδόκος σπυρίς», Ανθ. Παλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἰχθυ(ο)- + -δόκος (< δέχομαι), πρβλ. ακοντο-δόκος, ιο-δόκος).

Greek Monotonic

ἰχθυδόκος: -ον (δέχομαι), αυτός που κρατά ή δέχεται μέσα του ψάρια, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

ἰχθῠδόκος: содержащий рыб, рыбный (σπυρίς Anth.).

Middle Liddell

ἰχθυ-δόκος, ον δέχομαι
holding fish, Anth.