Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἱπποφόρβιον

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B
Full diacritics: ἱπποφόρβιον Medium diacritics: ἱπποφόρβιον Low diacritics: ιπποφόρβιον Capitals: ΙΠΠΟΦΟΡΒΙΟΝ
Transliteration A: hippophórbion Transliteration B: hippophorbion Transliteration C: ippoforvion Beta Code: i(ppofo/rbion

English (LSJ)

τό,

   A herd of horses, Hdt.4.110, X.HG4.6.6, Arist.HA576a20.    II = ἱπποτροφεῖον, E.El.623, Arist.HA576a25, Ph.2.307.

Greek (Liddell-Scott)

ἱπποφόρβιον: τό, ἀγέλη ἵππων βοσκομένων, Ἡρόδ. 4. 110, Ξεν. Ἑλλ. 4. 6, 6. ΙΙ. = ἱπποτροφεῖον, Εὐρ. Ἠλ. 623, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 6. 22, 7, Φίλων 2. 307.

French (Bailly abrégé)

ου (τό) :
1 troupe de chevaux;
2 haras.
Étymologie: ἵππος, φέρβω.

Greek Monolingual

ἱπποφόρβιον, τὸ (Α) ιπποφορβός
1. αγέλη ίππων («ἱπποφόρβια καὶ ἄλλά παντοδαπὰ βοσκήματα», Ξεν.)
2. ιπποτροφείο («καὶ οἱ ἰδίᾳ τρεφόμενοι τῶν ἐν τοῑς ἱπποφορβίοις», Αριστοτ.).

Greek Monotonic

ἱπποφόρβιον: τό,
I. αγέλη, κοπάδι αλόγων που βόσκουν, σε Ηρόδ., Ξεν.
II. = ἱπποτροφεῖον, στάβλος, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

ἱπποφόρβιον: τό
1) табун лошадей (ἱπποφόρβια καὶ ἄλλα βοσκήματα Xen.);
2) конское стойло, конюшня или конский загон Eur., Arst., Plut.

Middle Liddell

ἱπποφόρβιον, ου, τό,
I. a lot of horses out at grass, a troop of horses, Hdt., Xen.
II. a stable, Eur. [from ἱπποφορβός