ὀροφόω
Ἀναξαγόρας δύο ἔλεγε διδασκαλίας εἶναι θανάτου, τόν τε πρὸ τοῦ γενέσθαι χρόνον καὶ τὸν ὕπνον → Anaxagoras used to say that we have two teachers for death: the time before we were born and sleep | Anaxagoras said that there are two rehearsals for death: the time before being born and sleep
English (LSJ)
cover with a roof, IG11(2).199 A104 (Delos, iii B. C.), LXX 3 Ki.7.7: pf. part. ὠροφωκώς Ph.Byz.Mir.1.1; form into a roof, τοὺς θυρεοὺς ὑπὲρ τῶν σωμάτων J.BJ6.1.3:—Pass., to be roofed, δοκοῖς Plu.2.210e; φατνώμασι J.BJ5.5.2.
German (Pape)
[Seite 386] mit einem Dache versehen, bedecken, οἰκίαν τετραγώνοις ὠροφωμένην δοκοῖς, Plut. apophth. Lac. p. 179.
French (Bailly abrégé)
ὀροφῶ :
couvrir d'un toit.
Étymologie: ὄροφος.
Greek (Liddell-Scott)
ὀροφόω: καλύπτω δι’ ὀροφῆς, στεγάζω, Φίλων περὶ τῶν ἑπτὰ Θαυμ. 1· - Παθητ., καλύπτομαι δι’ ὀροφῆς, στεγάζομαι, δοκοῖς Πλούτ. 2. 210D· φατνώμασι Ἰωσήπ. Ἰουδ. Πόλ. 5. 5, 2.
Russian (Dvoretsky)
ὀροφόω: снабжать крышей, крыть, покрывать (οἰκία δοκοῖς ὠροφωμένη Plut.).